Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Ομιλία εις την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)





Έχει θέμα το ευαγγέλιο που αναγινώσκεται κατ’ αυτήν όπου γίνεται λόγος και για την επιμέλεια των εσωτερικών λογισμών

Περίληψη ομιλίας εις την Τετάρτην Κυριακήν των Νηστειών: Περι­γράφει την παιδαγωγικήν μέθοδον του Χριστού προς τον σκοπόν να φέρη εις την πίστιν τον πατέρα του δαιμοναζομένου νέου, του κωφαλάλου. Η θεραπεία έπρεπε να εξασφαλισθή δια της πίστεως. Το δαιμόνιον τούτο είναι το της ακολασίας και προς εκδίωξίν του απαιτείται προσευχή και νηστεία· με την νηστείαν χαλινώνεται το σώμα, με την προσευχήν κατευνάζον­ται οι λογισμοί της ψυχής, οι εξερεθίζοντες προς το πάθος. Τα πάθη δε είναι τα δαιμόνια, τα οποία πρέπει να εκβάλωμεν.

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

1. Πολλές φορές ωμίλησα προς την αγάπη σας περί νηστείας και προσευχής, ιδιαιτέρως μάλιστα αυτές τις ιερές ημέρες· εναπέθεσα ακόμη στις φιλόθεες ακοές και ψυχές σας ποια δώρα προσφέρουν στους εραστάς των και πόσων αγαθών πρόξενοι γίνονται σ’ αυτούς που τις ασκούν, πράγμα που επιβεβαιώνεται γι’ αυτές κυρίως από την φωνή του Κυρίου που αναγινώσκεται σήμερα στο ευαγγέλιο.
Ποια δε είναι αυτά; Είναι μεγάλα, τα μεγαλύτερα όλων θα ελέγαμε· διότι εκτός από τα άλλα μπορούν να παράσχουν και εξουσία κατά πονηρών πνευμάτων, ώστε να τα εκβάλλσυν και να τα απελαύνουν, και τους δαιμονισμένους να τους ελευθερώνουν από την επήρειά τους. Όταν πραγματικά οι μαθηταί είπαν προς τον Κύριο περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, ότι «εμείς δεν μπορέσαμε να το εκβάλωμε», είπε προς αυτούς ο Κύριος· «τούτο το γένος δεν εκδιώκεται, παρά με προσευχή και νηστεία».

2. Ίσως γι’ αυτό, μετά την προσευχή επάνω στο όρος και την κατ’ αυτήν εμφάνισι της θεϊκής αυγής, κατέβηκε αμέσως και ήλθε στον τόπο, όπου ευρισκόταν ο κατεχόμενος από τον δαίμονα εκείνον. Λέγει δηλαδή ότι, αφού παρέλαβε τους εγκρίτους μαθητάς, ανέβηκε στο όρος να προσευχηθή και έλαμψε σαν ο ήλιος, και ιδού εφάνηκαν να συνομιλούν με αυτόν ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι άνδρες που περισσότερο από κάθε άλλον άσκησαν την προσευχή και τη νηστεία, δεικνύοντας και δια της παρουσίας των στην προσευχή την συμφωνία και εναρμόνισι μεταξύ προσευχής και νηστείας, ώστε κατά κάποιον τρόπο η νηστεία να συνομιλή με την προσευχή ομιλώντας προς τον Κύριο. Εάν η φωνή αίματος του φονευθέντος Άβελ βοά προς τον Κύριο, καθώς λέγει αυτός προς τον Κάιν, όπως εμάθαμε από τα λόγια του Μωυσέως, πάντως και όλα τα μέρη και μέλη του σώματος, κακοπαθούντα με την νηστεία, θα βοήσουν προς τον Κύριο και, συνομιλώντας με την προσευχή του νηστεύοντος και περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θα την καταστήσουν ευπροσδεκτικώτερη και θα δικαιώσουν αυτόν που υφίσταται εκουσίως τον κόπο της νηστείας. Μετά λοιπόν την προσευχή και την κατά θείο τρόπο λάμψι, αφού ο Κύριος κατέβηκε από το όρος, έρχεται προς τον όχλο και τους μαθητάς, στους οποίους ωδηγήθηκε εκείνος ο κατειλημμένος από το δαιμόνιο, ώστε, όπως έδειξε επάνω στο όρος ότι εκείνο ήταν βραβείο νηστείας και προσευχής, όχι μόνο μεγάλο αλλά και επάνω από το μεγάλο (πραγματικά έδειξε ότι η θεία λαμπρότης υπήρξε άθλον αυτών), έτσι, αφού κατεβή, θα επιδείξη ότι έπαθλο τούτων είναι και η ισχύς κατά των δαιμόνων.

3. Αλλά, επειδή κατά την παρούσα Κυριακή των ιερών νηστειών είναι συνήθεια ν’ αναγινώσκεται στην εκκλησία η διήγησις περί του θαύματος τούτου, ας εξετάσωμε από την αρχή όλη την ευαγγελική περικοπή που το περιγράφει. Μόλις λοιπόν ήλθε ο Ιησούς προς τους μαθητάς και τους παρευρισκομένους με αυτούς κι’ ερώτησε, τι συζητείτε, κάποιος από το πλήθος είπε· «διδάσκαλε, έφερα σε σένα τον υιό μου που έχει πνεύμα άλαλο και όπου τον καταλάβη, τον συγκλονίζει και αυτός αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξηραίνεται».

4. Πώς λοιπόν άφριζε αυτός κι’ έτριζε τα δόντια κι’ εξηραινόταν; Του δαιμονισμένου πάσχει πρώτο και περισσότερο από όλα τα μόρια του σώματος ο εγκέφαλος· διότι ο δαίμων χρησιμοποιεί ως όχημα το ψυχικό πνεύμα που ευρίσκεται σ’ αυτόν και από αυτό σαν ακρόπολι καταδυναστεύει όλο το σώμα. Όταν δε πάσχη ο εγκέφαλος, αφήνεται από εκεί μια ροή προς τα νευρα και τους μυς του σώματος αφρώδης και φλεγματώδης, που φράσσει τις διεξόδους του ψυχικού πνεύματος· και από αυτό προκαλείται κλονισμός και ρήξις και ακουσία κίνησις σε όλα τα αυτόβουλα μόρια, μάλιστα δε στις γνάθους, που πλησιάζουν περισσότερο στο μόριο που έπαθε πρώτο. Καθώς το υγρό ρέει περισσότερο προς το στόμα λόγω της χωρητικότητος των πόρων και της εγγύτητος προς τον εγκέφαλο, επειδή εξ αιτίας της άτακτης κινήσεως των οργάνων η αναπνοή δεν μπορεί να εκπνευσθή αθρόα, αλλά και ανακατεύεται με το πλήθος του υγρού, δημιουργείται στους πάσχοντας αφρός. Έτσι ο δαίμων εκείνος άφριζε και έτριζε τα δόντια, που προσέκρουαν μεταξύ τους φοβερά κι έσφιγγαν με μανία. Εξηραινόταν δε έπειτα από την σφοδροτέρα επήρεια του δαιμονίου. Όπως οι ατμοί που κινούνται από την θέρμη της ηλιακής ακτίνος, αν αυτή είναι σφοδροτέρα, πάλι αφανίζονται από αυτήν διασκορπιζόμενοι τελείως, έτσι και η υγρότης που προέρχεται από τα σπλάγχνα με την επήρεια του δαίμονος, αν αυτή είναι σφοδρότερα, σε λίγο δαπανάται και η έμφυτη υγρασία της σάρκας κι εκείνος ο δαιμονισμένος καταξηραίνεται.

5. Ο πατέρας του δαιμονισμένου προσέθεσε προς τον Κύριο, ότι είπε στους μαθητάς να το εκβάλουν και δεν κατώρθωσαν· ο δε Κύριος, αποτεινόμενος όχι προς αυτόν αλλά και προς όλους, λέγει, «ω γενεά άπιστη, έως πότε θα είμαι με σας, έως πότε θα σας ανεχθώ;». Μου φαίνεται ότι οι παρόντες τότε Ιουδαίοι, λαμβάνοντας αφορμή από το ότι δεν μπόρεσαν να εκβάλουν τον δαίμονα οι μαθηταί, θα εβλασφήμησαν κάπως. Τι δεν θα έλεγαν, αφού ευρήκαν αφορμή, αυτοί που, και όταν ετελούνταν θαύματα, δεν άφηναν τις βλασφημίες; Γνωρίζοντας λοιπόν ο Κύριος τους γογγυσμούς και τους ονειδισμούς τούτων, τους εξελέγχει και τους καταισχύνει, όχι μόνο με λόγους επιτιμητικούς, αλλά και με πράξεις και λόγια γεμάτα φιλανθρωπία.

Πραγματικά προστάσσει, φέρετέ τον εδώ σ’ εμένα, και τον έφεραν, και μόλις το δαιμόνιο είδε τον Κύριο εσπάραξε τον άνθρωπο που έπεσε κι εκυλιόταν αφρίζοντας· διότι του επιτρεπόταν να καταστήση φανερά την κακία του.

6. Ο δε Κύριος ερώτησε τον πατέρα του παιδιού, «από πόσον χρόνο του συνέβηκε τούτο;». Αυτήν την ερώτησι την κάμει ο Κύριος, για να τον οδηγήση προς την πίστι και την με πίστι παράκλησι. Τόσο απείχε από την πίστι ο άνθρωπος αυτός, ώστε να μη παρακαλή ούτε υπέρ της σωτηρίας του παιδιού. Γι’ αυτό δεν παρακάλεσε καθόλου ούτε τους μαθητάς· «τους είπα», λέγει, «να τον εκβάλουν»· δεν εγονάτισε, δεν ικέτευσε, δεν παρακάλεσε. Αλλά δεν φαίνεται ούτε τον Κύριο να παρακάλεσε ακόμη. Γι’ αυτό ο Κύριος, αφήνοντας το παιδί που ήταν ελεεινώς ξαπλωμένο εμπρός στα μάτια του, συζητεί μ’ εκείνον, ερωτώντας τον χρόνο του πάθους και προκαλώντας τον προς την παράκλησι. Αυτός δε αποκρίνεται ότι του συμβαίνει από την παιδική ηλικία και ότι πολλές φορές τον έβαλε στη φωτιά και στα ύδατα, για να τον αφανίση, και προσθέτει· «αλλ’ αν μπο-ρής, λυπήσου μας και βοήθησέ μας».

7. Βλέπετε, πόση είναι η απιστία του ανθρώπου; Διότι αυτός που λέγει, ‘αν μπορής’, φυσικά φανερώνει ότι δεν πιστεύει ότι μπορεί ο άλλος. Ο δε Κύριος είπε, «αν μπορής να πιστεύσης, όλα είναι δυνατά στον πιστεύοντα»· το λέγει δε τούτο όχι αγνοώντας την απιστία εκείνου, αλλά προβιβάζοντάς τον βαθμιαίως στην πίστι και συγχρόνως δεικνύοντας ότι αιτία που δεν έβγαλαν οι μαθηταί τον δαίμονα είναι η απιστία του. Πρόσεξε δε τον ευαγγελιστή· δεν λέγει ότι ο Κύριος είπε προς τον πατέρα του παιδιού «αν μπορής να πιστεύσης», διότι πάντοτε ο Κύριος απαιτεί την πίστι από τους ζητούντας τις θεραπείες· αφού ήταν δεσπότης και κηδεμών και των ψυχών, εφρόντιζε να θεραπευθούν κι’ αυτές διά της πίστεως· αλλ’ εκείνος ο πατέρας του παιδιού, μόλις άκουσε ότι στην πίστι του ακολουθεί η ίασις, έλεγε με δάκρυα· «πιστεύω, Κύριε, βοήθησε την απιστία μου». Βλέπετε αρίστη προκοπή ηθών; Διότι όχι μόνο επίστευσε περί της θεραπείας του παιδιού, αλλ’ ότι ο Κύριος μπορεί να κατανικήση και την απιστία του, αν θελήση. Ενώ δε ο όχλος επάνω σ’ αυτά τα λόγια συνέρρεε, επετίμησε, λέγει, ο Κύριος το ακάθαρτο πνεύμα, λέγοντάς του· «το άλαλο και κωφό πνεύμα, εγώ σε διατάσσω, έξελθε από αυτόν και να μη εισέλθης ποτέ πάλι σ’ αυτόν».

8. Το δαιμόνιο τούτο φαίνεται ότι είναι φοβερώτατο και θρασύτατο· την δε θρασύτητά του αποδεικνύει η σφοδρότης της επιτιμήσεως και η παραγγελία να μη εισέλθη άλλη φορά πλέον διότι, όπως φαίνεται, χωρίς την παραγγελία αυτή μπορούσε να επιστρέψη πάλι μετά την εκβολή. Εξ άλλου είχε κατεξουσιάσει σε μεγάλη έκτασι τον άνθρωπο, ήταν δυσκολοαπόσπαστο, έμενε κωφό και άλαλο, ώστε να μη επαρκή η φύσις να εξυπηρετή την υπερβολική του μανία, γι’ αυτό και είχε καταντήσει τελείως αναίσθητη, διότι λέγει, «αφού έκραξε και τον εσπάραξε δυνατά, εξήλθε· ο δε άνθρωπος έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί να λέγουν ότι απέθανε». Η δε κραυγή δεν αντίκειται προς το γεγονός ότι το δαιμόνιο ήταν άλαλο· διότι η μεν λαλιά είναι φωνή σημαντική κάποιας εννοίας, η δε κραυγή είναι άσημη φωνή. Αφήνεται δε το δαιμόνιο να σπαράξη τον άνθρωπο τόσο πολύ και να τον καταστήση σαν νεκρό, για να φανερωθή όλη η κακία του. Ο Κύριος λοιπόν, πιάνοντας το χέρι του ανθρώπου, τον ανήγειρε, ώστε εσηκώθηκε, δεικνύοντας έτσι ότι έχει πολλή ενέργεια· το ότι τον έπιασε από το χέρι ήταν εκδήλωσις της κτιστής ιδικής μας ενεργείας, το δε ότι τον ανέστησε απηλλαγμένο από πάθη ήταν εκδήλωσις της άκτιστης και θείας και ζωαρχικής ενεργείας.

9. Όταν δε έπειτα οι μαθηταί ερώτησαν ιδιαιτέρως, «γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλωμε;», είπε προς αυτούς ότι τούτο το δαιμόνιο «δεν μπορεί να εξέλθη με τίποτε άλλο, πλην της προσευχής και της νηστείας». Λέγουν λοιπόν μερικοί ότι αυτή η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνονται από τον πάσχοντα· δεν είναι όμως σωστό αυτό, διότι ο ενεργούμενος από πονηρό πνεύμα, και μάλιστα τόσο φοβερό, αφού είναι όργανο εκείνου και καταδυναστεύεται από εκείνο, πώς θα μπορούσε να προσευχηθή ή νηστεύση επωφελώς για τον εαυτό του;

10. Φαίνεται ότι το δεινότατο τούτο δαιμόνιο είναι της ακολασίας, αφού άλλοτε μεν ρίπτει τον κατειλημμένο στη φωτιά (διότι τέτοιοι είναι οι αλλόκοτοι και αναίσθητοι έρωτες), άλλοτε δε τον βυθίζει στα ύδατα διά της αδηφαγίας και των αμέτρων και αφθόνων πότων και συμποσίων. Είναι δε και σ’ αυτούς κωφό και άλαλο το δαιμόνιο τούτο, διότι αυτός που πείθεται στις υποβολές τοιούτου δαιμονίου δεν υποφέρει εύκολα ν’ ακούη και να λαλή τα θεία. Αλλ’ όμως όταν κανείς δεν έχη ενοικισμένο το πονηρό αυτό πνεύμα, αλλά φέρεται από τις υποβολές εκείνου, όταν ανασηκωθή προς επιστροφή (διότι έχει το αυτεξούσιο), χρειάζεται προσευχή και νηστεία, ώστε με την νηστεία μεν να χαλινώση το σώμα και καταστείλη τις επαναστάσεις του, δια της προσευχής δε να αδρανοποιήση και κατευνάση τις προλήψεις της ψυχής και τους λογισμούς που ερεθίζουν προς το πάθος· κι έτσι, απελαύνοντας με προσευχή και νηστεία την σατανική προσβολή και επήρεια, να κυριαρχήση το πάθος. Όταν όμως δεν ενεργήται απλώς από την υποβολή του δαίμονος, αλλ’ έχει ένοικο τον ίδιον τον δαίμονα, ούτε κατά τα ανθρώπινα πλέον πάσχει ούτε ο ίδιος μπορεί να πράξη κάτι προς θεραπεία του, αλλ’ ό,τι θα έπραττε εκείνος, αν είχε ελεύθερο νου, τούτο, πραττόμενο υπέρ αυτού από τους ελευθέρους, και μάλιστα κατόχους θείου Πνεύματος, θα συντέλεση μεγάλως προς την εκβολή του δαίμονος.

11. Αλλά βέβαια δεν μας ζητείται ν’ απελαύνωμε δαίμονας, και αν μπορέσωμε ν’ απελάσουμε, κανένα όφελος δεν θα προέλθη για μας, αν έχωμε ακατάστατο βίο. Διότι, λέγει, «πολλοί θα μου ειπούν εκείνη την ημέρα· Κύριε, δεν επροφητεύσαμε στο όνομά σου και δεν εκβάλαμε δαιμόνια στ’ όνομά σου; Και θα τους απαντήσω· δεν σας γνωρίζω, απομακρυνθήτε από κοντά μου όσοι εργάζεσθε την ανομία». Επομένως πολύ επωφελέστερο είναι να σπεύσωμε ν’ απελάσωμε το πάθος της πορνείας και της οργής, του μίσους και της υπερηφανείας, από το να εκβάλλωμε δαιμόνια. Πραγματικά, δεν αρκεί μόνο ν’ απαλλαγούμε από τη σωματική αμαρτία, αλλά πρέπει να καθάρωμε και την ενέργεια που οικουρεί μέσα στην ψυχή. Διότι οι κακοί διαλογισμοί εκπορεύονται από την καρδιά μας, μοιχείες, πορνείες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες και τα παρόμοια (αυτά δε είναι που κινούν τον άνθρωπο), και «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πόθο, ήδη την εμοίχευσε στην καρδιά του». Όταν άπρακτη το σώμα είναι δυνατό να ενεργήται η αμαρτία νοερώς· όταν δε η ψυχή αποκρούη εσωτερικώς την προσβολή του πονηρού δια προσευχής και προσοχής και μνήμης θανάτου, διά της κατά τον Θεό λύπης και του πένθους, τότε της αγιωσύνης συμμετέχει και το σώμα, αποκτώντας την απραξία στα κακά. Κι αυτό είναι εκείνο που λέγει ο Κύριος ότι αυτός που εκαθάρισε το απ’ έξω του ποτηριού, δεν εκαθάρισε και το εσωτερικό, αλλά καθαρίσατε το εσωτερικό του ποτηριού, κι έτσι θα είναι καθαρό ολόκληρο.

Πραγματικά καταβάλλοντας κάθε φροντίδα ώστε να είναι κατά το θέλημα του Θεού η εσωτερική σου εργασία, θα νικήσης τα εξωτερικά πάθη· διότι εάν η ρίζα είναι αγία και οι κλάδοι θα είναι άγιοι, εάν είναι η ζύμη, θα είναι και το φύραμα. «Να περιπατήτε κατά το πνεύμα», λέγει ο Παύλος, «και να μη εκτελήτε επιθυμία σαρκός».

12. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν κατήργησε την Ιουδαϊκή περιτομή, αλλά την ετελείωσε· διότι αυτός είναι που λέγει, «δεν ήλθα να καταλύσω τον νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω». Πώς λοιπόν τον συμπλήρωσε; Ο νόμος εκείνος ήταν σφραγίς και υπόδειγμα και συμβολική διδαχή περί της περιτομής των πονηρών λογισμών στην καρδιά. Οι Ιουδαίοι που δεν εφρόντιζαν γι’ αυτήν ωνειδίζονταν από τους προφήτες ως απερίτμητοι στην καρδιά, εμισούνταν από τον βλέποντα στην καρδιά και στο τέλος έγιναν απόβλητοι· διότι ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ο Θεός στην καρδιά, κι εάν αυτή είναι γεμάτη ρυπαρούς ή πονηρούς λογισμούς, ο άνθρωπος εκείνος γίνεται άξιος θείας αποστροφής. Γι’ αυτό πάλι ο απόστολος παραινεί να κάμωμε τις ευχές χωρίς οργή και διαλογισμούς.

13. Όταν δε ο Κύριος μας διδάσκη να φροντίσωμε για την πνευματική περιτομή της καρδιάς, μακαρίζει τους καθαρούς στην καρδιά και τους πτωχούς στο πνεύμα και της μεν καθαρότητος αυτής τονίζει ότι έπαθλο είναι η θεοπτία, στους πτωχούς δε υπόσχεται τη βασιλεία των ουρανών· πτωχούς δε λέγει αυτούς που ζουν σε ένδεια και ευτέλεια. Δεν μακαρίζει δε απλώς τους τοιούτους ανθρώπους, αλλά τους κατά το φρόνημα τοιούτους, δηλαδή αυτούς που, εξ αιτίας της εσωτερικής στην καρδιά ταπεινώσεως και αγαθής προαιρέσεως, διαθέτουν αναλόγως και τα εξωτερικά. Απαγορεύει δε όχι μόνο τον φόνο, αλλά και την οργή, και προτάσσει να συγχωρούμε από καρδιά αυτούς που μας πταίουν και δεν δέχεται το προσφερόμενο από μας δώρο, αν δεν συνδιαλλαγούμε προηγουμένως κι αφήσωμε την οργή.

14. Το ίδιο διδάσκει και για τα πορνικά πάθη· διότι και αυτήν την από περιέργεια θέα και την από αυτήν επιθυμία εδίδαξε ότι είναι μοιχεία στην καρδιά· και εξετάζοντας αυτά τα θέματα γενικώτερα λέγει, εάν το φώς που έχης μέσα σου, δηλαδή ο νους και η διάνοια, είναι σκότος, γεμάτα από τις αφώτιστες προσβολές των αρχόντων του σκότους, πόσο μάλλον το σκότος, δηλαδή το σώμα και η αίσθησις, τα οποία δεν έχουν δικό τους νοερό φέγγος, γεννητικό αληθείας και απαθείας; Εάν δε το μέσα σου φώς είναι καθαρό, σε περίπτωσι που δεν σκοτίζουν τα σαρκικά φρονήματα, θα είσαι τελείως φωτεινός κατά την ψυχή, όπως όταν σε φωτίζη το λυχνάρι με την λάμψι του. Τέτοια είναι η περιτομή της καρδίας κατά το πνεύμα, διά της οποίας ο Κύριος συμπλήρωσε την κατά τον νόμο περιτομή στην σάρκα, που εδόθηκε στους Ιουδαίους, για να υποσημαίνη εκείνην και να οδηγή προς εκείνην. Επειδή δε αυτοί δεν εφρόντισαν να την αποκτήσουν, η περιτομή τους, όπως λέγει ο Παύλος, έγινε ακροβυστία και αποξενώθηκαν από τον Θεό που δεν βλέπει στο πρόσωπο, δηλαδή στα φανερά δικαιώματα της σαρκός, αλλά στην καρδιά, δηλαδή στα αφανή και μέσα μας κινήματα των λογισμών.

15. Ας προσέχωμε λοιπόν κι εμείς, αδελφοί, παρακαλώ, κι ας καθαρίσωμε τις καρδιές μας από κάθε μολυσμό, για να μη συμπαρασυρθούμε μ’ εκείνους που κατακρίθηκαν. Αν ο νόμος που εκτέθηκε διά του Μωυσέως «επιβεβαιώθηκε και κάθε παράβασις και παρακοή έλαβε δικαία ανταπόδοσι, πώς θα ξεφύγωμε εμείς που αμελήσαμε για την σωτηρία μας, η οποία αρχίζοντας να διακηρύσσεται από τον Κύριο διαβιβάσθηκε προς εμάς εγκύρως από εκείνους που άκουσαν, ενώ ο Θεός συνεπεκύρωνε με σημεία και τέρατα και ποικίλες δυνάμεις και με διαμερισμό του αγίου Πνεύματος;». Ας φοβηθούμε λοιπόν τον διερευνώντα καρδιά και νεφρούς· ας εξιλεώσωμε τον Κύριο των εκδικήσεων· ας βάλωμε μέσα μας ένοικο την ειρήνη, τον αγιασμό, την προσευχή με κατάνυξι, χωρίς τα οποία κανείς δεν θα ιδή τον Κύριο· ας ποθήσωμε γεμάτοι πίστι την υπεσχημένη εκείνη στους καθαρούς στην καρδιά θέα, και ας πράξωμε τα πάντα, για να επιτύχωμε αυτήν, με την οποία μαζί είναι η αιωνία ζωή, το άφθαρτο κάλλος, ο αδαπάνητος πλούτος, η αναλλοίωτη και απέραντη τρυφή και δόξα και βασιλεία.

16. Αυτά είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς σ’ αυτόν τον βασιλέα των αιώνων Χριστό· στον οποίο μόνο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό πνεύμα, στους απεράντους αιώνες. Γένοιτο.

(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς») (Πηγή ηλ. κειμένου: "Ομολογία Πίστεως

Κυριακή Δ΄Νηστειών: Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)

 



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ἡ Τεσσαρακοστὴ εἶναι μιὰ περίοδος μετάνοιας, μιὰ περίοδος ὅπου ἡ πέτρινη καρδιά μας μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, πρέπει ἀπὸ πέτρινη νὰ γίνει ἀνθρώπινη, ἀπὸ ἀναίσθητη ν΄ ἀρχίσει νὰ συναισθάνεται, ἀπὸ ψυχρή καὶ σκληρή νὰ γίνει ζεστή καὶ ἀνοιχτή στοὺς ἄλλους, καὶ στὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Ἡ Σαρακοστή εἶναι μιὰ περίοδος ἀνανέωσης, ὅπου ὅλα γίνονται ξανὰ καινούργια, ὅπως στὴν ἄνοιξη· ὅπου ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ ἁμυδρὸ φῶς ποὺ βρισκόταν, ζωντανεύει μ’ ὅλη τὴν ἔνταση ποὺ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κοινωνήσει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, κάνοντάς μας μέτοχους τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ τοῦ δώρου τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς, τῆς Θεϊκῆς Του φύσης.

Εἶναι καιρὸς συμφιλίωσης, καὶ συμφιλίωση εἶναι χαρά: εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ δική μας· εἶναι ἕνα νέο ξεκίνημα.

Σήμερα εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, καὶ θέλω νὰ σᾶς διαβάσω μερικὲς δικές του φράσεις ποὺ εἶναι σχετικές μὲ τὴν ἰδιαίτερη χρονική περίοδο ποὺ ζοῦμε:

«Μετάνοια ποὺ σημαίνει ἐπιστροφή στὸν Θεό εἶναι ἡ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματός μας· εἶναι ἡ προσπάθεια μας ν’ ἀνανεώσουμε τὸ συμβόλαιο μας μὲ τὸν Θεό, ἠ ὑπόσχεση μας ν΄ ἀλλάξουμε ζωή. Εἶναι καιρὸς ὅπου μποροῦμε ν’ ἀποκτήσουμε ταπείνωση, ποὺ σημαίνει νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τὸν Θεὸ, μὲ τὸν ἑαυτό μας, μ’ ὅλη τὴν κτίση. Μετάνοια εἶναι ἡ γέννηση τῆς ἐλπίδας καὶ ἡ ἀπόρριψη τῆς ἀπελπισίας. Καὶ κάποιος ποὺ μετανοεῖ, εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ ἀξίζει καταδίκη – καὶ ὅμως, φεύγει ἀπὸ τὸ δικαστήριο δίχως ντροπή, ἐπειδὴ μετάνοια σημαίνει νὰ εἰρηνεύουμε μὲ τὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται ζώντας μιὰ ζωὴ ποὺ ν’ ἀξίζει, ξένη πρὸς τὶς ἁμαρτίες ποὺ διαπράξαμε στὸ παρελθόν. Μετάνοια εἶναι ὁ κάθαρση τῆς συνείδησης. Μετάνοια σημαίνει ν’ ἀπομακρύνω ὅλο τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη.»

Καὶ ἄν ἀναρωτηθοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτὸ, πῶς μποροῦμε νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, πῶς μποροῦμε ν’ ἀποκριθοῦμε στὸν Θεό ποὺ μᾶς δέχεται ὅπως ὁ πατέρας δέχτηκε τὸν ἄσωτο υἱό, ἕναν Θεό ποὺ μᾶς περιμένει μὲ λαχτάρα, ποὺ, ἄν καὶ Τὸν ἀπορρίψαμε, ποτὲ δὲν χωρίστηκε ἀπὸ ἐμᾶς – πῶς μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε σ’ Ἐκεῖνον; Ἄς ποῦμε λίγα λόγια γιὰ τὴν προσευχή:

«Μὴν χρησιμοποιεῖς στὴν προσευχή ψεύτικα σοφὰ λόγια· ἐπειδὴ συχνὰ εἶναι οἱ ἁπλοὶ ψίθυροι τῶν παιδιῶν ποὺ δίνουν χαρά στὸν οὐράνιο Πατέρα μας. Μὴν προσπαθεῖτε νὰ λέτε πολλὰ, ὅταν μιλᾶτε στὸν Θεό, γιατὶ διαφορετικὰ ὁ νοῦς σας θὰ χαθεῖ στὴν ἀναζήτηση τῶν λέξεων. Ἕνας λόγος ποὺ εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν τελώνη προκάλεσε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· ἕνας λόγος πίστης ἔσωσε τὸν ληστή στὸν σταυρό. Ἡ χρήση πληθώρας λέξεων ὅταν προσευχόμαστε σκορπίζει τὸ νοῦ μας καὶ τὸν γεμίζει μὲ φαντασίες. Ἕνας λόγος πρὸς τὸν Θεὸ συγκεντρώνει τὸ νοῦ στὴν παρουσία Του. Kαὶ ἄν ἕνας λόγος στὴν προσευχὴ σᾶς ἀγγίζει βαθιά, ἄν τὸν νοιώθετε βαθιὰ μέσα σας – ἐπιμείνετε, ἐπιμείνετε, ἐπειδὴ τέτοιες στιγμὲς ὁ φύλακας Ἄγγελος μας προσεύχεται μαζὶ μ’ ἐμᾶς, ἐπειδὴ εἴμαστε ἀληθινοὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἑαυτό μας».

Ἄς θυμηθοῦμε τί λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ἀκόμα κι ἄν ξεχνᾶτε τὰ σύντομα σχόλια (ποὺ ἔκανα) γιὰ νὰ γίνει τὸ κείμενό του πιὸ κατανοητό. Ἄς θυμηθοῦμε τὰ λόγια του ἐπειδὴ ἦταν ἕνας ἄνδρας ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει νὰ στρέφεσαι στὸν Θεό, νὰ μένεις μὲ τὸν Θεό, νὰ εἶσαι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ χαίρεσαι μαζί Του. Μᾶς προσφέρεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ, καθὼς ἀναβαίνουμε πρὸς τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους, μᾶς προσφέρεται σὰν παράδειγμα τοῦ τὶ μπορεῖ νὰ κάνει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ μεταμορφώνει ἕναν συνηθισμένο, ἁπλὸ ἄνθρωπο σὲ φῶς μέσα στὸν κόσμο.

Ἄς μάθουμε ἀπὸ ἐκεῖνον, ἄς ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμά του, ἄς χαροῦμε μ’ ὅ,τι μπορεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴ δύναμη Του νὰ κάνει σ’ ἕναν ἄνθρωπο, καὶ μ’ ἐμπιστοσύνη, μὲ πίστη, μὲ μιὰ θριαμβευτικὴ κι ὅμως γαλήνια χαρὰ, ἄς ἀκούσουμε τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἱκετεύει νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο ζωῆς καὶ ποὺ μᾶς λέει ὅτι μ’ Ἐκεῖνον, καὶ μέσα ὰπὸ Ἐκεῖνον θὰ παραμείνουμε ζωντανοί, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ αἰώνια Ζωή. Ἀμήν.

 

(Πηγή καί Ἀπόδοση στὴν νεοελληνική γλῶσσα: agiazoni.gr)

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Μια μέρα με τον επίσκοπο Κάλλιστο Γουέαρ.*



Στην Ελλάδα είσαστε γνωστός ως συγγραφέας του κλασσικού πλέον βιβλίου, «Ο Ορθόδοξος δρόμος». Αν σήμερα το ξαναγράφατε ή γράφατε το δεύτερο μέρος του, τι θα γράφατε;

Όταν έγραψα αυτό το βιβλίο, οι Άγγλοι εκδότες ζήτησαν ένα σύντομο τόμο. Γι’ αυτό και δεν μπορούσα να γράψω για όλες τις πλευρές της Ορθοδοξίας και έτσι τόνισα μάλλον, γιατί πιστεύουμε στο Θεό, τι σημαίνει Αγία Τριάδα, τι σημαίνει ενσάρκωση του Χριστού. Έγραψα επίσης ένα κεφάλαιο για την εσωτερική προσευχή και είχα τη σκέψη να γράψω ένα άλλο βιβλίο ίσως για την Εκκλησία, για τα μυστήρια, αλλά δεν το έχω ακόμη έτοιμο. Έχω γράψει όμως άρθρα που θα μαζέψω συν Θεώ. Σήμερα έχουν γίνει εκδόσεις μερικών από τον εκδ. οίκο «Ακρίτας», αλλά ήθελα να γράψω περισσότερα για την Θ. Ευχαριστία, για τη σημασία της Θ. Λειτουργίας και τι σημαίνει ότι η Θ. Λειτουργία είναι μια θυσία. Ήθελα να γράψω για τις έριδες που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τον 12ο αιώνα. Αλλά αν μου δώσει ο Θεός χρόνια και υγεία.


Το πρωί στην Θ. Λειτουργία πρόσεξα ότι διαβάσατε όλες τις ευχές εκφώνως.
Με συγκινούν πάρα πολύ

Η οικογένειά σας ήταν θρησκευόμενη;
Οι γονείς μου ήταν μέλη της Αγγλικανικής Εκκλησίας και από μικρό παιδί συνήθιζα να πηγαίνω στην Εκκλησία κάθε Κυριακή. Έτσι από τα πρώτα μου χρόνια πίστεψα στον Θεό. Όταν ήμουν 13 ετών, άρχισα να διαβάζω φιλοσοφικά βιβλία και πίστεψα ότι δεν μπορώ να γίνω χριστιανός. Έτσι έγινα για 6 μήνες άθεος. Αλλά κατόπιν άλλαξα γνώμη.
Οι σπουδές σας στα Ελληνικά διαβάζοντας κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων σας βοήθησαν να προσεγγίσετε την Ορθοδοξία και τον Ελληνικό κόσμο;
Βέβαια με βοήθησε, μολονότι η πρώτη μου επαφή με την Ορθοδοξία ήταν σε μια ρώσικη Εκκλησία. Κατόπιν άρχισα να πηγαίνω σε ελληνικούς ναούς στο Λονδίνο και με την κλασσική μόρφωση που είχα, μπορούσα να καταλάβω τις ακολουθίες, διότι τα αρχαία Ελληνικά, τα Βυζαντινά και Εκκλησιαστικά ελληνικά είναι πιο εύκολα για μένα από τα Νέα Ελληνικά.
Αρχίσατε τα ταξίδια. Έχετε επισκεφτεί όλα τα ελληνικά προσκυνήματα. Αλλά αυτό που σας συγκλόνισε ήταν η Πάτμος. Θέλουμε να μας μιλήσετε για αυτή την εμπειρία που είχατε.
Αυτά που σας είπα για την επίσκεψη μου στο Ρωσικό ναό του Λονδίνου έγινε το 1952, όταν ήμουν 17 ετών. Έγινα Ορθόδοξος το 1958 και κατόπιν άρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο. Μια γενική άποψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βέβαια ήμουν Ορθόδοξος μόνο 2-3 χρόνια, όταν είχα την πρόσκληση να γράψω αυτό το βιβλίο. Στην αρχή σκέφτηκα να απαντήσω αρνητικά, γιατί δεν είχα την εμπειρία της Ορθοδοξίας που θα έπρεπε. Αλλά οι φίλοι μου, μου είπαν να προσπαθήσω. Εκείνοι έκαναν την πρόσκληση, και εγώ πήρα το πρώτο βήμα. Ήθελα να μην γράψω τι σημαίνει Ορθοδοξία για μένα. Αλλά να μάθω καλύτερα για την Ορθοδοξία, ταξιδεύοντας σε Ορθόδοξες χώρες. Στα χρόνια 1961 -62 -63 ήρθα δύο φορές στην Ελλάδα, στο ΄Αγιον Όρος και στη Πάτμο. Τότε έκανα σπουδές για τη διδακτορία μου και έτσι πήγα στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου να μελετήσω χειρόγραφα. Έμεινα επίσης 3 μήνες στα Ιεροσόλυμα και έτσι προσπάθησα να έχω μια άποψη για την Ορθοδοξία. Τότε , το 1961, έμεινα δύο βδομάδες στην Πάτμο, εργαζόμενος στη βιβλιοθήκη, χωρίς να έχω τη σκέψη να γίνω μοναχός. Όταν έγινα Ορθόδοξος το 1958, ο Έλληνας επίσκοπος που με δέχθηκε στον Ελληνικό καθεδρικό ναό του Λονδίνου, μου είπε πως ποτέ δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω κληρικός διότι ήθελαν μόνο Έλληνες. Και εγώ του είπα: «δεν ζητώ τίποτε. Δεν έχω την επιθυμία να γίνω κληρικός. Έχω μόνο την επιθυμία να είμαι μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας» Το 1964 ένας άλλος αρχιεπίσκοπος, εκείνος ήταν ο βοηθός επίσκοπος ο Χριστουπόλεως Ιάκωβος, ήρθε από την Αμερική. Εγώ τον είχα γνωρίσει πριν 2 χρόνια όταν ήμουν στην Αμερική. Πήγα λοιπόν να τον δω στο Λονδίνο και αμέσως πήρε την πρωτοβουλία και μου είπε: «πρέπει να με βοηθήσεις. Να έρθεις ως Άγγλος γραμματεύς στην Αρχιεπισκοπή, να γίνεις διάκονος, κατόπιν πρεσβύτερος» . Εγώ δέχτηκα. Πήγα στο γραφείο του και εργάστηκα 18 μήνες μαζί του. Με χειροτόνησε διάκονο. Εκείνος λοιπόν ήταν Πάτμιος, ήταν ο αρχιεπίσκοπος Θυατείρων Αθηναγόρας Β΄ ο Κοκκινάκης. Με παρότρυνε λοιπόν να πάω στη Μονή της Πάτμου και να καθίσω εκεί. Έτσι γύρισα αυτή τη φορά ως διάκονος και σιγά – σιγά έγινα αδελφός της Μονής. Με χειροτόνησε ως άγαμο κληρικό, χωρίς να γίνω μοναχός, κάτι που είναι έκτακτο πράγμα, και γίνεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εδώ στην Εκκλησία της Ελλάδας δεν γίνεται.
Πόσο καιρό μείνατε στην Πάτμο;

Η Σαββατική κατάσταση των ανθρώπων (Έσχατολογική θεώρηση) Ευθυμίου (Κ. Στύλιου) † Αχελώου, Το μυστήριο της 8ης ημέρας,


Ορθόδοξη χριστιανική εσχατολογία, Αθήνα 2015,
εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 91-96
Όπως υπήρξε Σαββατισμός του Χριστού, μετά τον χωρισμό της θεωμένης ψυχής του από το θεωμένο σώμα του και την εις 'Αδου κάθοδό του, το ίδιο συμβαίνει και με τις ψυχές των ανθρώπων. Η ψυχή του ανθρώπου, μετά τον δια του θανάτου διαχωρισμό της από το νεκρό σώμα, εισέρχεται σε μια διαφορετική υπαρκτική κατάσταση, την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως σαββατική κατάσταση των ψυχών των έλλογων ανθρώπων.
1. Η ύπαρξη της ψυχής μετά τον θάνατο του σώματος
a ) Ο θάνατος δεν καταργεί την ουσία του σώματος: Με τον θάνατο, το σώμα του ανθρώπου διαλύεται «εις τα εξ ων συνετέθη» φυσικά στοιχεία του. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση και ουσιαστική εξαφάνισή του. Πρόκειται απλώς για μια «δαπάνη» και για ένα «ανάλωμα» της θνητότητος και της φθοράς του ανθρώπου, καθώς παρατηρεί ο ι. Χρυσόστομος: « Η διαφθορά αύτη (του) σώματος ουκ έστι της ουσίας α ναίρεσις, αλλά της θνητότητος δαπάνη και της φθοράς ανάλωμα (=κατάργηση). Ο γαρ θάνατος ούτος ου το σώμα απόλλυσιν, αλλά την φθοράν δαπανά. Ως γε η ουσία (=του σώματος) μένει ανισταμένη». Με άλλα λόγια, ο θάνατος δεν καταργεί την ουσία του σώματος, αλλά τα παρείσακτα στοιχεία της φθαρτότητος και θνητότητος. Αυτό αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία ότι ο θάνατος τελικά δεν είναι εις βλάβην του ανθρώπου, αλλά ευεργεσία και ωφέλεια, καθ' όσον η ουσία του σώματος παραμένει άθικτη, εν αναμονή της αναστάσεως (1).
Εξ άλλου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, χρησιμοποιεί την εικόνα της σφραγίδος, λέγοντας, ότι, μετά τον θάνατο, ο Θεός διατηρεί την ουσία του σώματος υπό τύπον σφραγίδας, ώστε με αυτή να σφραγίσει το ίδιο αποτύπωμα, στο σώμα που θα εγερθεί εκ του τάφου, κατά την Κοινή Ανάσταση των νεκρών.
β) Η κατά τον θάνατον έξοδος της ψυχής από το σώμα: Η ώρα του θανάτου, κατ' αρχήν, και η έξοδος της ψυχής από το σώμα του α νθρώπου καθορίζεται αποκλειστικά από τον Θεό (πρβλ. «και της συμφυΐας ο φυσικότατος δεσμός θείω βουλήμα- τι α ποτέμνεται», (Νεκρώσιμος Ακολουθία). Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα τόσο των δικαίων όσο και των αμετανοήτων αμαρτωλών εκτελείται από ’γγελον Θεού. Ο άγιος Συμεών, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, γράφει: «Μήτε αι ψυχαί των αμαρτωλών χωρίς Αγγέλου χωρίζονται, δια να μη εύρη χώραν και καιρόν ο επίβουλος εχθρός, δηλαδή ο διάβολος να θανατώση τον άνθρωπον και παρά καιρόν και δια να μη νομισθή ότι (ο διάβολος) κύριος είναι της ζωής και του θανάτου» (2) .
Η ψυχή, όταν εξέλθει από το σώμα, διατηρεί το σχήμα του σώματος. Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγει, όπως ο έξω άνθρωπος, δηλαδή το σώμα, έχει μορφή (σχήμα), έτσι και ο έσω άνθρωπος έχει μορφή όμοια με τον έξω άνθρωπον (3). Στην ορθόδοξη εικονογραφία, η ψυχή παριστάνεται με σώμα ανθρώπινου βρέφους (πρβλ. στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) που συμβολίζει την έναρξη νέου σταδίου ζωής μετά θάνατον. Ως εκ τούτου, η ψυχή καθώς, μετά τον θάνατο του σώματος, ανέρχεται προς τον ουρανό, γίνεται αισθητή (ορατή) από τους Αγίους (4).

Ο Ιησούς Χριστός αποκαλύπτεται ως το φως Πρωτοπρ. Ιωάννου Αγγελιδάκη, Ο Θεός ως φως και πηγή του φωτός,


Αθήνα, 2016, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 55-60
Με τον ερχομό του Χριστού ανατέλλει το αληθινό φως («Ο 'Ηλιος της δικαιοσύνης»), το οποίο φωτίζει τον δρόμο της Ιστορίας σε όλο το βάθος και πλάτος της. Μπαίνει μέσα στην Ιστορία και τη χωρίζει στα δύο, στην προ του Χριστού και στη μετά Χριστόν εποχή, δεν διαιρεί την Ιστορία παρά μόνο για να της δώσει νόημα. Ο Χριστός είναι η ζωή και δίνει ζωή «και λέγεται ζωή, διότι είναι φως, η σύσταση και η ουσία κάθε λογικής φύσεως». Διότι «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξεις 17, 28).
Με τη διπλή δύναμη του εμφυσήματος όλοι γεμίζουμε πνοή ζωής, [«και έπειτα εφύσηξε στο πρόσωπο πνοή ζωής κι έγινε ο άνθρωπος ζωντανή ύπαρξη» (Γένεσις κεφ. Β΄) « όταν είπε αυτό εφύσησε εις το πρόσωπον και τους λέγει: Λάβετε Πνεύμα 'Αγιον» (Ιωάννου 20, 22) όλοι και άγιο Πνεύμα όσοι είμαστε έπιδεκτικοί, και τόσο περισσότερο πνεύμα όσο περισσότερο ανοίξαμε το στόμα της διανοίας (Ψαλμός IP ', IK ', 131 ) (1) .
Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου : «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ ' έξει το φως της ζωής» ( Ιωάννου 8, 12) .
Για την ονομασία αυτή του Χριστού ο άγιος Γρηγόριος λέει : «Και λέγεται φως, επειδή είναι η λαμπρότητα των ψυχών, που καθαρίζονται στον λόγο και στον βίο. Αν η άγνοια και η αμαρτία είναι σκοτάδι, η γνώση και ο κατά Θεόν βίος θα είναι φως».
Στο μεσώριο τροπάριο της Θ' 'Ωρας διαβάζουμε: « Εσύ, Κύριε, που είσαι ο καλός ποιμένας και φώτισες με τον Σταυρό σου όλα τα επίγεια, και κάλεσες σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, μη με χωρίσεις από την ποίμνη σου. ..» (2) .
Στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος συννεφιάς και θύελλας. Τα πάντα στον Ιησού έχουν τη φωτεινή διαφάνεια του κρυστάλλου. Η τραγικότητα της ανθρώπινης υπάρξεως εξαφανίζεται μπροστά στο καθαρό φως του Χριστού. Όταν βλέπει κανείς το φως, μπορεί να βαδίζει μέσα στο φως. Οι Εβραίοι δεν γνώριζαν άλλο θείο φως εκτός από τη στήλη του πυρός που οδηγούσε τον Ισραήλ στην έρημο. Φως περιορισμένο, πρόσκαιρο, φως ενός λαού και μιας εποχής. Ο Ιησούς όμως είναι το φως του κόσμου, φως αιώνιο, παγκόσμιο, «φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάννου 1,9).

Ορθόδοξη Εκκλησία και παγκοσμιοποίηση Κων. Δεληκωνσταντής, Η παιδεία ως πολιτισμός του προσώπου,


Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα δεδομένα. Καλείται και αυτή να αναπτύξει τις δικές της πρωτοβουλίες απέναντι στην πρόκληση της παγκο­σμιοποίησης, με τις οποίες έχει μοναδική ευκαιρία να εκφράσει δυναμικά την ανεκτίμητη πνευματική της κληρονομιά, να την υπενθυμίσει στη λοιπή χριστιανοσύνη, στις άλλες θρησκείες και στην παγκόσμια κοινωνία, και μέσα από όλα αυτά, να συνειδητοποιήσει, να κατανοήσει και να προβάλει βαθύτερα την οικουμενική της διάσταση (1) . Η Εκκλησία δεν μπορεί να αδιαφορεί για τον κόσμο, να α­γνοεί τις απαιτήσεις των καιρών, τις επιρροές του πολιτισμού και των πολιτισμών, τα προβλήματα, τις αντιφάσεις αλλά και τις προοπτικές κάθε ιστορικής εποχής, στην ο­ποία καλείται να ζήσει. Δεν επιτρέπεται η Εκκλησία να κλείνεται στον εαυτό της απορρίπτοντας και δαιμονοποιώντας τον κόσμο, να δραπετεύει από την ιστορία και το πολιτισμικό γίγνεσθαι και να μετατρέπεται σε λατρευτι­κό γκέτο. Η εσχατολογική φύση της Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να οδηγεί σε αντικοινωνικό και αντιιστορικό εσχατολογισμό, η άλλη όψη του οποίου είναι συχνά η υπο­ταγή της Εκκλησίας στην εκάστοτε κοσμική εξουσία.
Φυσικά, η Εκκλησία δεν επιτρέπεται, στην εγκόσμια μαρτυρία και δράση της, να ταυτίζεται με τον κόσμο και να εκκοσμικεύεται. Η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι να αναλύει και να προγραμματίζει, να συνεδριάζει και να αποφασίζει, να οργανώνεται κατά τα πρότυπα των σύγ­χρονων οργανισμών, να προσαρμόζεται στο πνεύμα των καιρών, να «εκσυγχρονίζεται». Πώς να εκσυγχρονίσει κα­ ν είς το σταυρό, την ευλογημένη άσκηση, το ευχαριστιακό ήθος, την αναστάσιμη ελπίδα;
Συνεπώς, το μέλλον της Ορθοδοξίας δεν είναι ο ορθοδοξισμός, το στένεμα και η αντιοικουμενικότητα, η μονοφυσιτίζουσα άρνηση του κόσμου, η αδυσώπητη κριτική ή η δαιμονοποίηση του κόσμου. Δεν είναι, όμως, ούτε η νεστοριανίζουσα ταύτιση με τον κόσμο, με τον πολιτισμό και την ιστορία. «Ο ρόλος της Εκκλησίας» είναι, όπως γράφει ο Χρήστος Γιανναράς, «να συνεχίζει μέσα στους αιώνες την χαλκηδόνεια δυναμική της πρόσληψης και της μεταμόρφωσης» (2) .
Η απάντηση της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο είναι η πιστότητα της Εκκλησίας στην ίδια την αλήθειά της, η συ­νεπής ανάπτυξη και ανάδειξη του ευχαριστιακού και εσχατολογικού χαρακτήρα της. Ο κόσμος ελευθερώνεται, αν η Εκκλησία παραμένει πιστή στην αποστολή της, συνε­χίζοντας το έργο του Χριστού, προσλαμβάνοντας, μεταμορφώνοντας, καινοποιώντας τον κόσμο, απελευθερώνοντας τη ζωή και την ιστορία από την ειδωλολατρική αυτοερμη­νεία και αυτονοηματοδότησή τους, μεταμορφώνοντας ο­λόκληρη τη δημιουργία σε «κοσμική λειτουργία».
Όλα αυτά ισχύουν και για τη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Ως ευχαρι­στιακή και εσχατολογική κοινότητα, η Εκκλησία καλείται να διακονήσει σήμερα τον άνθρωπο, καλείται να μεταδώ­σει στον «παντοπόρο άπορο» σύγχρονο άνθρωπο το ευ­αγγέλιο της θεοπόρου χριστιανικής ύπαρξης, να αρθρώ­σει τη δική της πρόταση ζωής και ελευθερίας, τη δική της ιεράρχηση αξιών, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η ε­λευθερία του ανθρώπινου προσώπου. Ο πολιτισμός του προσώπου είναι το ήθος που εκφράστηκε ανυπέρβλητα στην προσωποδιάστατη βυζαντινή ναοδομία, η αλήθεια που βιώνεται καθημερινά μέσα στην ολόφωτη εκκλησια­στική λατρεία. Είναι το φως της Λαμπρής, το αναμμένο καντήλι και η εικόνα που προσκυνείται στο εικονοστάσι του σπιτιού - είναι οι γιορτές που ομορφαίνουν το χρόνο της ζωής μας, είναι η εν Χριστώ ζωή ως ευχαριστία, κοι­νωνία και σχέση. Είναι το «φυλάττειν τον τόπον και τον τρόπον», το ασκητικό όχι στο ακόρεστο κυνηγητό της ευ­τυχίας, στο σύγχρονο πανδαιμόνιο του ευδαιμονισμού και στην αποθέωση των συνεχώς διευρυνόμενων αναγκών. Είναι η ελευθερία του προσώπου (3) , η ίδια η δυναμική της εν Χριστώ ζωής, που εκφράζεται ως το «συν της αγάπης», ως αληθεΰειν εν αγάπη, ως μετέχειν και κοινωνείν. Δεν υπάρχει ελευθερία στο έχειν και στην κτητική στάση, ορθόδοξος άνθρωπος-κοινωνός αντιστέκεται τόσο στον ατομοκεντρικό ευδαιμονισμό και στον αυτάρεσκο δικαιωματισμό της αυτονομίας, που ανοίγουν αβύσσους μεταξύ των ανθρώπων, όσο και στην καταρράκωση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις σύγχρονες απρόσωπες, γιγαντιαίες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές, μέσα στο λαβύρινθο του διαδικτύου και στην ηλεκτρονική οργάνωση της «κοινωνίας της πληροφορίας».

Η Αποστολική σύνοδος Αρχιμ. Χρυσοστόμου Συμεωνίδη, Οι δέκα εντολές

 
στην κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Αθήνα 2009, εκδ. Παρρησία, σελ. 63-69
Η Αποστολική σύνοδος των Ιεροσολύμων (49 μ.Χ.) (1) είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα των χρόνων των Αποστόλων, γιατί αναφέρεται όχι μόνο στη δράση τους στον εθνικό κόσμο, αλλά και στις επιφυλάξεις των ιουδαιοχριστιανών για τον τρόπο με τον οποίο θα εισέρχονταν οι εξ εθνών χριστιανοί στη νέα θρησκεία. Στη κοινότητα της Αντιόχειας αναπτύχθηκε μία ομάδα ελληνιστών χριστιανών, η οποία διαφοροποιήθηκε από τους ιουδαιοχριστιανούς ως προς την θεώρηση του κύρους του Μωσαϊκού νόμου (2) , , είναι δε πιθανόν στις δύο αυτές ομάδες να μην υπήρχε κοινή τέλεση του Κυριακού δείπνου (3).. Οι εξ εθνών χριστιανοί θεωρούντο εχθροί του Νόμου, «κατά του τόπου του αγίου τούτου και του νόμου» (4). Μία άπό τις κύριες κατηγορίες των Ιουδαίων εναντίον του Στεφάνου ήταν ότι κατέλυε το Νόμο και άλλαζε τα έθιμα που δίδαξε ο Μωϋσής (5).. Ο λιθοβολισμός μέχρι θανάτου (6) , « και ότε εξεχείτο το αίμα Στεφάνου του μάρτυρός σου...» (7), καταδεικνύει τον φανατισμό τους τόσο για το Νόμο, όσο και για την περιτομή, την οποία θεωρούσαν άκρως απαραίτητη για την είσοδο των εξ εθνών χριστιανών στην νέα θρησκεία, αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση σωτηρίας: «Και τινες κατελθόντες από της Ίουδαίας εδίδασκον τους αδελφούς ότι εάν μη περιτέμνεσθε τω έθει τω Μωϋσέως, ου δύνασθε σωθήναι» (8).
Το όλο πρόβλημα και η προτροπή των ίουδαιοχριστιανών για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους αποστόλους, «γενομένης ουν στάσεως και ζητήσεως ουκ ολίγης τω Παυλῳ και τῳ Βαρνάβα προς αυτούς, έταξαν αναβαίνειν Παύλον και Βαρνάβαν και τινας άλλους εξ αυτών προς τους αποστόλους και πρεσβυτέρους εις Ιερουσαλήμ περί του ζητήματος τούτου» (9). Η απόφαση για την αποστολή των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, αλλά και του Τίτου (10) στα Ιεροσόλυμα για την επίλυση του σοβαρού αυτού προβλήματος θεωρήθηκε ως η μόνη λύση. Κατά την πρώτη συνάντηση των αποστόλων με τους Ιουδαιοχριστιανούς στα Ιεροσόλυμα δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί λύση στην όλη διαμάχη. Οι απόστολοι τόνισαν στα μέλη της Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα ότι ο Θεός, μέσῳ των ιδίων άνοιξε στους εθνικούς τη θύρα της πίστεως και της σωτηρίας, αφού «ο καρδιογνώστης θεός εμαρτύρησεν αυτοίς δους το πνεύμα το άγιον καθώς και ημίν» (11). Τα λεγόμενά τους προκάλεσαν την αντίδραση μιας μερίδας ιουδαιο- χριστιανών, οι οποίοι είλκυαν τις πνευματικές τους ρίζες από την τάξη των Φαρισαίων. Αυτοί απαίτησαν να γίνεται περιτομή στους εθνικούς και να τηρείται από αυτούς ο Μωσαϊκός νόμος, προκειμένου να ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού (12).