Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, ένας αδικημένος άγιος - π.Ιωάννης Φωτόπουλος

Αββάς Ισαάκ: "Προσπάθησε να βρεις ησυχία, οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ"!



Τά πολλά ὑλικά πράγματα δένουν τόν ἄνθρωπο στήν γῆ  αὐτή, καί δέν τόν ἀφήνουν νά δεῖ τήν Αἰώνια Βασιλεία. Ἡ ἀφθονία τῶν πραγμάτων εἶναι ἐχθρός τῆς ἐγκράτειας.
Εἰναι εὐτυχισμένος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά  βρεῖ ἡσυχία γιά νά ἔλθει σ'ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς πολλές ἐργασίες. Γιατί ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει δουλειές καί δέν θά σταματήσουν ποτέ. Βέβαια, καί ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν προκοπή τῆς ψυχῆς. Οἱ Πατέρες μάλιστα ὁρίζουν ὅτι οἱ ἀρχάριοι στήν πνευματική ζωή πρέπει νά καταγίνονται πολύ μέ τή σωμάτικη ἐργασία, γιά νά μή τούς πειράζει ὁ σατανᾶς, χωρίς φυσικά νά παραλείπουν καί τήν προσευχή. Καί προσευχή καί ἐργασία.
Νά μήν ἀμελεῖς τίς μετάνοιές σου, γιατί αὐτό φοβίζει τόν σατανᾶ. Νά γνωρίζεις ὅτι θά σέ πολεμήσουν πολύ οἱ δαίμονες, ὅταν ἀρχίζεις νά προσκυνᾶς τόν Θεό σου. Κανένα πρᾶγμα στόν πνευματικό ἀγώνα δέν εἶναι ἀνώτερο ὅσο ἡ ἀσκητική προσπάθεια, πού τόσο φθονοῦν οἱ δαίμονες, γιατί καίγονται ὅταν βλέπουν τούς χριστιανούς νά πέφτουν γονατιστοί μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο.

Νά ζητᾶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί Αὐτός θά φωτίσει τό σκοτάδι τῆς καρδιᾶς σου καί θά κάνει ν’ ἀνθίσει μέσα σου ἕνας πνευματικός παράδεισος. Πρῶτα ὅμως πρέπει νά κόψεις κάθε ἁμαρτωλό πρᾶγμα πού σέ συνδέει μέ τόν κόσμο καί μετά νά στραφεῖς στόν ἐσωτερικό σου κόσμο, γιά νά ξεριζώσεις ὅ,τι σάπιο ὑπάρχει.
Αὐτά ὅπως σοῦ εἶπα καί πιό πάνω, δέν εἶναι εὔκολα πράγματα. Τό νά καθαρίσει κανείς τόν ἑαυτό του ἀπό τούς σαρκικούς μολυσμούς ἀπαιτεῖ ἀγώνα μεγάλο πού θά διαρκέσει πολύ καιρό. Καί αὐτά στά λέω ὄχι γιά νά σέ ἀπελπίσω γιά τή σωτηρία σου, ἀλλά γιά νά σέ βοηθήσω νά προχωρᾶς συνεχῶς, μέχρις ὅτου γευθεῖς τή γλυκύτητα πού προσφέρει ὁ Θεός. Γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ψευτική καί πρόσκαιρη. Μόνο κοντά στό Θεό θά βρεῖς πραγματική παρηγοριά καί καταφύγιο.
Νά μισήσεις  τά ἁμαρτωλά ἔργα καί τότε θά σέ πλησιάσει ὁ Θεός καί θά σοῦ στείλει τή χάρη Του.
Κοντά στόν Θεό θά βρεῖς εἰρήνη καί χαρά, ἀρκεῖ νά Τόν ἀγαπήσεις μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου.
Κοντά στόν Θεό θ’ ἀπολαύσεις τήν αἰώνια μακαριότητα στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἀγάπησε ἀληθινά τόν Θεό καί τότε θά γίνεις εὐτυχισμένος.

Ιστορία του Μοναχισμού Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος Η ανάβαση προς τη Θέωση του Γεωργίου Φλωρόφσκυ



Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard



Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 379 - 394).

(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).



Ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος, που είναι γνωστός και ως Ισαάκ της Νινευή, ήταν στην αρχή μοναχός στη Bethabe του Κουρδιστάν. Υπάρχουν πολλά ασαφή σημεία στη βιογραφία του Αγ. Ισαάκ. Σπουδαιότατη είναι μια εξισόρηση γι’ αυτόν από το Σύρο συγγραφέα τούο ογδόου αιώνα Jesudenas στο βιβλίο του «Βιβλίο της Αγνότητας». Αυτό είναι μια συλλογή σύντομων σημειώσεων για Σύριους Αγίους και Ιδρυτές μοναστηριών. Στον αριθμό 124 ο Jesudenas μιλά για τον Άγ. Mar-Isaac, τον Επίσκοπο Νινευής, «ο οποίος εγκατέλειψε τον επισκοπικό θρόνο και έγραψε βιβλία για τη ζωή των ασκητών».

Ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος γεννήθηκε σε μια πόλη στα Ινδικά σύνορα. Τοποθετήθηκε Επίσκοπος στο μοναστήρι της Bethabe από τον Πατριάρχη Γεώργιο (660-680). Κάθησε μόνο πέντε μήνες στον επισκοπικό θρόνο και ύστερα έφυγε για τα βουνά του Κουρδιστάν «για να αγωνιστεί» εκεί τον πνευματικό αγώνα ανάμεσα στους ερημίτες. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Rabban Shapur, Εδώ μελέτησε την αγία Γραφή και έχασε την όρασή του λόγω της εντατικής μελέτης του. «Γνώριζε βαθιά τα Θεία μυστήρια και έγραψε αξιοσημείωτα έργα για τη ζωή των μοναχών». Εν τούτοις, προκάλεσε σύγχυση σε πολλούς ανθρώπους με τις απόψεις του. Πέθανε σε βαθιά γεράματα και τον έθαψαν στο μοναστήρι όπου είχε εργαστεί. Άλλες βιογραφίες στα Συριακά και Αραβικά προσθέτουν ότι ο Ισαάκ ως νέος έζησε στο μοναστήρι του Mar - Mattai κοντά στη Νινευή. Όλην αυτήν την εποχή βρισκόμαστε σ' ένα Νεστοριανικό περιβάλλον, και εδώ ο Ισαάκ βρίσκεται κάπως μόνος του.

Δεν είναι γνωστό γιατί αυτός εγκατέλειψε τη Νινευή. Μπορεί κανείς να εικάσει ότι έφυγε λόγω διαφωνιών με τον Κλήρο της περιοχής. Έζησε απομονωμένος στο μοναστήρι, αλλά και πάλι η διδασκαλία του ήταν το ίδιο ελκυστική. Σ’ αυτήν αποκλίνει πολύ από τις παραδόσεις των Αντιοχειανών εν τούτοις, αναφέρεται στον «Εξηγητή» πάνω από μια φορά δηλαδή στον Θεόδωρο Μομψουεστίας.

Η Αλεξανδρινή επίδραση φαίνεται πιο ισχυρή σ' αυτόν -ιδιαίτερα στην ερμηνευτική του μέθοδο. Ερμηνεύει συνήθως τις Γραφές συμβολικά, προσπαθώντας να αποκαλύψει τη βαθιά πνευματική τους σημασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ζούσε, τον αποκαλούσαν «Δεύτερο Δίδυμο».

Κατά πολλούς τρόπους ο Άγ. Ισαάκ μοιάζει με τον Αρεοπαγίτη, και αναφέρεται άμεσα στον «μέγα Διονύσιο». Αγωνίζεται για μια καθολική σύνθεση. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι από πολύ νωρίς τα έργα του αναγνωρίστηκαν από Ορθόδοξους ακόμα και Μονοφυσιτικούς κύκλους, και κυκλοφόρησαν ευρέως σ' αυτούς. Είναι περίεργο ότι ο Άγ. Ισαάκ άσκησε μια αδιαμφισβήτητη επίδραση και στον μεταγενέστερο Μουσουλμανικό μυστικισμό.

Το ασκητικό βιβλίο του Αγ. Ισαάκ -που είναι κανονικά χωρίς κανένα ιδιαίτερο τίτλο - στα χειρόγραφα έγινε προσιτό στο Συριακό πρωτότυπο κείμενο μόνο σχετικά πρόσφατα και φαίνεται ότι δεν είναι ακόμα πλήρες. Μέχρι τότε, μόνο η Ελληνική μετάφραση ήταν γνωστή -και η Ελληνική μεταφράστηκε από την Αραβική. Μεταφράστηκε στο μοναστήρι του Αγ. Σάββα, πιθανόν τον ένατο αιώνα. Η μετάφραση είναι συχνά ανακριβής, και η ίδια η σειρά των κεφαλαίων ή τών άρθρων έχει αλλάξει.

Στο Συριακό κείμενο υπάρχει λιγότερη τάξη, περισσότερη ασυνέπεια. Αυτό είναι περισσότερο μια συλλογή αποσπασμάτων ή σκιαγραφημάτων παρά ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. Αυτό ανταποκρίνεται στο σχέδιο του συγγραφέα — αυτός ούτε καν καταγράφει τις πνευματικές του σκέψεις, αλλά μάλλον τις υπαγορεύει. Η δύναμή τους έγκειται όχι στη λογική ανάπτυξη της σκέψεως αλλά στη λαμπρότητα των θεωριών τους και στη βαθύτητα των ενοράσεων τους. Ο Άγ. Ισαάκ έγραψε όχι τόσο για τους αρχαρίους όσο για τους τελείους. Μιλά κυρίως για το έσχατο και ύψιστο στάδιο της πνευματικής «δοκιμασίας», για τους στόχους και το τέλος της πνευματικής οδού.

Ασκητικά Αββά Ισαάκ Σύρου- Μέρος Α'

Ισαάκ ο Σύρος-διαφορες ερωτησεις


Ερώτηση. Ποια μελέτη και απασχόληση πρέπει να έχει ό ασκητής που ζει ήσυχα στο ησυχαστήριο του, και τι πρέπει να πράττει συνεχώς για να μη ασχολείται ό νους διαρκώς με ματαίους λογισμούς;
Απόκριση. α’. Έρωτας περί της μελέτης και της ασχολίας, πώς δηλαδή ό άνθρωπος γίνεται νεκρός στο κελί του. Χρειάζεται άραγε να έρωτα ένας ζηλωτής και νηφάλιος ψυχικά άνθρωπος, πώς θα διαβίωση στην απομόνωση του; Ποια άλλη μπορεί να είναι ή μελέτη του μονάχου στο κελί του από τον κλαυθμό; Ευκαιρεί τάχα από τον κλαυθμό να κοιτάξει προς άλλον λογισμό; Ποια μελέτη ανώτερη από αυτήν υπάρχει; Διότι το κάθισμα του μονάχου καθ’ εαυτό και ή απομόνωσής του τον διδάσκει την ομοίωση προς την διαγωγή στον τάφο που απέχει από την χαρά του άνθρωπου. Ότι δηλαδή το πένθος είναι ή πράξης του• διότι και αυτή ακριβώς ή επωνυμία του ονόματος του τον καλεί και τον προτρέπει σ’ αυτό διότι ονομάζεται πενθικός, που σημαίνει πικρός στην καρδιά. Όλοι οι άγιοι εξεδήμησαν από τούτον τον βίο πενθώντας. Κι’ αν πενθούσαν οί άγιοι και τα μάτια τους ήσαν πάντοτε γεμάτα δάκρυα, μέχρι που εξεδήμησαν από τούτον τον βίο, ποιος να μη κλαύση; Ή παρηγοριά του μονάχου γεννάται από τον κλαυθμό του. Αν λοιπόν οί τέλειοι και οί νικηφόροι έκλαυσαν εδώ, ό γεμάτος τραύματα πώς θα τολμήσει να αποφυγή τον κλαυθμό; Εκείνος που έχει εμπρός του τον αγαπημένο του ξαπλωμένο νεκρό, χρειάζεται διδασκαλία με ποιόν λογισμό να χρησιμοποίηση τα δάκρυα; Ή ψυχή σου είναι θανατωμένη από τις αμαρτίες και κείται εμπρός σου, αυτή που είναι για σένα μεγαλύτερης αξίας από όλον τον κόσμο, και δεν χρειάζεται κλαυθμόν;
β’. Αν λοιπόν έλθομε στην ησυχία και δείξομε καρτερία σ’ αυτήν με υπομονή, οπωσδήποτε μπορούμε να συνηθίσομε στον κλαυθμό. Γι’ αυτό ας παρακαλούμε συνεχώς τον Κύριο να μας δώσει αυτό το δώρο. Αν αποκτήσομε αυτήν την χάρι, την ανώτερη από όλα γενικώς τα χαρίσματα, θα εισέλθομε δι’ αυτής στην καθαρότητα, και όταν εισέλθομε σ’ αυτήν, έπειτα δεν θα μας αφαιρεθεί ή καθαρότης έως την έξοδό μας από τούτον τον βίο.
γ’. Μακάριοι λοιπόν είναι οι καθαροί στην καρδιά, διότι δεν υπάρχει καιρός που να μη απολαύουν αυτήν την τρυφή των δακρύων και διότι με την τρυφή βλέπουν πάντοτε τον Κύριο και, ενώ ακόμη τα δάκρυα είναι στα μάτια τους, αξιώνονται να δουν τις αποκαλύψεις του στην κορυφή της προσευχής των. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς προσευχή χωρίς δάκρυα και αυτό σημαίνει το λεχθέν από το Κύριο• «μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν». Διότι από το πένθος έρχεται κανείς στην καθαρότητα της ψυχής. Γι’ αυτό ό Κύριος, αφού είπε Ότι αυτοί θα παρηγορηθούν, δεν ερμήνευσε με ποια παρηγοριά. Διότι, όταν αξιωθεί ό μοναχός να πέραση την χώρα των παθών δια των δακρύων και να φθάση στην πεδιάδα της καθαρότητας της ψυχής, τότε συναντά την παρηγοριά αυτού του είδους. Όποιος λοιπόν διαπερνά από τίς περιστάσεις που βρήκαν εδώ την ψυχή του και φθάνει σ’ αυτήν την παρηγοριά που δεν ευρίσκεται εδώ, τότε καταλαβαίνει ποια παρηγοριά διαδέχεται τελικώς το πένθος, την οποία δίδει Όποιος Θεός δια της καθαρότητας σ’ εκείνους που πενθούν. Πράγματι δεν είναι δυνατό κάποιος που πενθεί αδιαλείπτως να ενοχλείται από τα πάθη. Το χάρισμα τούτο, το δάκρυ και το πένθος, είναι γνώρισμα των απαθών.
δ’. Και αν εκείνον που πενθεί και κλαίει πρόσκαιρος μπορούν τα δάκρυα όχι μόνο να τον οδηγήσουν προς την απάθεια, άλλα και να καθαρίσουν εντελώς τον νου του και να τον απαλλάξουν από την μνήμη των παθών, τι να πουμε για εκείνους που έχουν αναλάβει συνειδητά αυτήν την εργασία νύκτα και ήμερα; Την βοήθεια που προέρχεται από τον κλαυθμό δεν την γνωρίζει κανείς, έκτος από εκείνους που παρέδωσαν τίς ψυχές των σ’ αυτό το έργο. Όλοι οι άγιοι ποθούν αυτήν την είσοδο, διότι δια των δακρύων ανοίγεται εμπρός των ή θύρα, για να εισέλθουν στην χώρα της παρηγοριάς, στην οποία χώρα αποτυπώνονται δια της αποκαλύψεως τα χρηστά και σωτήρια ίχνη του Θεού.

Ερώτηση. Επειδή μερικοί δεν μπορούν να πενθούν αδιαλείπτως λόγω της ασθενείας του σώματος, τι πρέπει να κάμουν αυτοί για να προφυλάξουν τον νου, ώστε να μη διεγερθούν τα πάθη, όταν αυτός σχολάζει;
Απόκριση. α’. Τα πάθη δεν μπορούν να επαναστατήσουν κατά της ψυχής και να ταράξουν τον ασκητή, του οποίου ή καρδιά σχολάζει στην αναχώρησί του από τα πράγματα του βίου, χωρισμένη από κάθε περισπασμό, έκτος αν ραθυμήσει και αμελήσει τα καθήκοντα του. Ιδιαιτέρως, αν επιδοθεί στην μελέτη των θείων Γραφών και την εξέταση των νοημάτων τους, μένει ανενόχλητος από τα πάθη. Λόγω της έξοχης κατανοήσεως των θείων Γραφών που καταλαμβάνει την σκέψη του δραπετεύουν από μέσα του οι μάταιοι λογισμοί και δεν μπορεί Όποιος νους του να απομακρυνθεί από την επιθυμία των θείων τούτων νοημάτων ούτε γενικά να προσεχή στα πράγματα του βίου τούτου, λόγω της μεγάλης ηδονής από την επίδοση του, που τον κάμει να ανυψώνεται επάνω απ’ αυτά κατά την πολλή ησυχία του στην έρημο.
β’. Εξ αιτίας αυτού λησμονεί και τον εαυτό του και την φύση του, και γίνεται σαν άνθρωπος εκστασιασμένος, που δεν ενθυμείτε καθόλου τον παρόντα κόσμο, ασχολούμενος αποκλειστικά και διαλογιζόμενος επιμόνως την μεγαλειότητα του Θεού και λέγοντας• Δόξα στην θεότητα του. Παράδοξα και εξαίσια είναι όλα τα έργα του ανέβασαν υψηλά την ευτέλεια μου, αφού με αξίωσε να ασχολούμαι με τέτοια πράγματα και έκαμε την ψυχή μου να τολμά να τρέφει και ν’ απολαύει τέτοιους λογισμούς. Επιδιδόμενος σ’ αυτά τα θαυμάσια πράγματα και εκστασιαζόμενος παντοτινά, μεθά δια-παντός και γίνεται όπως στην μέλλουσα ζωή μετά την άνάστασι. Διότι ή ησυχία συντελεί πολύ σ’ αυτήν την χάριν ό νους του ευρίσκει χώρο να διαμείνη καθ’ εαυτόν στην ειρήνη που ανακάλυψε στην ησυχία, και μαζί με αυτά κινείται προς την ανάμνηση πραγμάτων που βοηθούν στον σκοπό της πορείας του. Πράγματι, σκεπτόμενος την δόξα του μέλλοντος αιώνος και την ελπίδα που απόκειται για τους δικαιους, οι όποιοι κινούνται προς εκείνη την πνευματική ζωή και τον Θεό, καθώς επίσης και την νέα εκείνη αποκατάσταση, δεν ενθυμείτε ούτε μνημονεύει τα πράγματα του κόσμου τούτου. Και όταν μεθύσι με αυτά, πάλι ή θεωρία του στρέφεται από εκεί προς τα πράγματα του κόσμου τούτου, όπου ευρίσκεται ακόμη, και λέγει έκπληκτος• «ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως και συνέσεως και φρονήσεως και οικονομίας του ανεξιχνίαστου Θεού. Πόσο ανεξερεύνητες είναι οι κρίσεις του και ανεξιχνίαστοι οί δρόμοι του»
γ’. Γεννάται βέβαια το ερώτημα, αφού ετοίμασε άλλον κόσμο τόσο θαυμαστόν, για να εισαγάγει σ’ αυτόν όλους τους λογικούς και να τους φύλαξη στην απέραντη ζωή, για ποιόν λόγο άραγε κατασκεύασε πρώτον τούτον τον κόσμο, τόσο ευρύχωρων και πλούσιον με την ποικιλία και το πλήθος των ειδών και των όντων, και έθεσε σ’ αυτόν αιτίες και ύλες και ανταγωνισμούς των πολλών παθών; Πώς λοιπόν μας τοποθέτησε κατά πρώτον σ’ αυτόν τον κόσμο και εμφύτευσε μέσα μας την αγάπη για την αιώνια ζωή του, και ξαφνικά μας σηκώνει απ’ αυτόν δια του θανάτου και μας διατηρεί όχι για λίγο καιρό σε αναισθησία και ακινησία, αφανίζει τις μορφές μας, διαλύει την κρασί μας και την ανακατεύει με την γη, επιτρέπει να καταστροφή και να λιώσει και να ρεύση, μέχρι που να χαθεί εντελώς ή ανθρωπινή κατασκευή, κι’ έπειτα, τον καιρό που όρισε με την προσκυνητή σοφία του, όταν θέληση, θα μας αναστήσει με άλλο σχήμα, που αυτός γνωρίζει, και θα μας φέρει σε άλλη κατάσταση;
δ’. Αυτά τα πράγματα δεν τα ελπίζομε μόνο εμείς οί άνθρωποι, αλλά και αυτοί οί άγιοι άγγελοι, που δεν έχουν ανάγκη τούτον τον κόσμο, εξ αιτίας της θαυμάσιας φύσεως των που παρ’ ολίγο πλησιάζει την τελειότητα, περιμένουν την έγερση μας από την φθορά, περιμένουν ποτέ θα εγερθεί το γένος μας από το χώμα και θα ανακαινιστή από την φθορά του. Διότι εξ αιτίας μας εμποδίζονται από την είσοδο σ’ αυτά και περιμένουν να ανοίγει ή θύρα του νέου κόσμου έφ’ άπαξ. Τότε ακόμη και των αγγέλων ή κτίσης θ’ αναπαυθεί μαζί μας από την βαρύτητα του σώματος που έχομε εμείς, όπως λέγει ό απόστολος• «διότι και αυτή ή κτίσης περιμένει την αποκάλυψη των υιών του Θεού, για να ελευθερωθεί από την υποδούλωση στην φθορά και να φθάσει στην ελευθερία των δοξασμένων τέκνων του Θεού» μετά την πλήρη κατάργηση του κόσμου τούτου μαζί με όλην την συγκρότηση του και την αποκατάσταση της φύσεως μας στην πρώτη της κατάσταση.
ε’. Έπειτα θα ύψωθή με τον νου του στα προ της καταβολής του κόσμου τούτου, όταν δεν υπήρχε καμιά κτίσης, ούτε ουρανός ούτε γη ούτε άγγελοι ούτε οποιοδήποτε κτίσμα, και παρατηρεί πώς ξαφνικά παρήγαγε τα πάντα σε ύπαρξη με μόνη την ευδοκία του, ώστε κάθε πράγμα να εμφανιστεί εμπρός του τελειωμένο. Έπειτα πάλι κατεβαίνει με τον νου του σε όλα τα δημιουργήματα του Θεού και παρατηρεί την θαυμασιότητα των κτισμάτων του και την σοφία των ποιημάτων του, λέγοντας με τον λογισμό του έκπληκτος τι θαύμα, πώς ή οικονομία του και ή πρόνοια υπερβαίνει κάθε έννοια και ή θαυμαστή δύναμίς του είναι ισχυρότερη όλων των ποιημάτων του; Και πώς παρήγαγε την κτίση σε ύπαρξη από τα μη όντα, δηλαδή τα αναρίθμητα πλήθη των διαφόρων πραγμάτων; Και πώς πάλι πρόκειται να αφανίσει την θαυμαστή της ευταξία και το κάλλος των φύσεων και τον εύτακτο δρόμο των κτισμάτων, ώρες και καιρούς, την εναλλαγή της νύκτας και της ημέρας, τις ωφέλιμες εποχές του χρόνου, τα ποικίλα άνθη της γης, τις όμορφες οικοδομές των πόλεων και τα ωραία παλάτια, τον ταχύτατο δρόμο των ανθρώπων και την φύση τους την πονηρή από την είσοδο έως την έξοδο της;
στ’. Πώς τέλος ξαφνικά καταργείται αυτή ή θαυμαστή τάξις και θα έλθη άλλος κόσμος, ώστε να μη ύπαρξη σε κανενός την καρδιά ανάμνησης της πρώτης αυτής φύσεως, να συμβεί αλλοίωσης της σκέψεως και να έλθουν άλλοι διαλογισμοί και άλλος τρόπος ζωής, και τότε ή φύσις των ανθρώπων δεν θα ενθυμείτε τον κόσμο τούτο ούτε την προηγούμενη ζωή του καθόλου; Διότι Όποιος νους των θα αιχμαλωτιστεί στην θεωρία εκείνης της καταστάσεως και δεν θα ευκαιρήσει να γυρίσει πάλι προς την πάλη του αίματος και της σαρκός διότι συγχρόνως με την καταστροφή του κόσμου τούτου, αμέσως θα αρχίσει Όποιος μελλοντικός, και θα ειπεί τότε κάθε άνθρωπος τούτα . Ω μητέρα, που λησμονήθηκε από τα τέκνα που γέννησε και μόρφωσε, και αυτά σε μια στροφή των οφθαλμών συναθροίζονται σε ξένη αγκαλιά και γίνονται αληθινά τέκνο της στείρας που δεν γέννησε ποτέ. «Αγαλλιάσου, στείρα, που δεν γέννησες, για τα τέκνα που σου γέννησε ή γη».
ζ’. Και τότε ό νους συλλογίζεται έκπληκτος και λέγει• Άραγε πόσον καιρό θα διατηρηθεί τούτος Όποιος κόσμος, και πότε θα ξεκινήσει Όποιος μελλοντικός; Πόσον καιρό θα κοιμούνται τα σώματα τούτα σ’ αυτό το σχήμα, σώματα ανάμικτα με το χώμα, και τι είδους είναι εκείνη ή ζωή; Με ποια μορφή ανασταίνεται και συντηρείται αυτή ή φύσις, και με ποιόν τρόπο μεταβαίνει στην δεύτερη κτίση;
η’. Και καθώς επιδίδεται σε τέτοιες και παρόμοιες σκέψεις του επέρχεται έκστασης και έκπληξης και ήσυχη σιωπή έπειτα την ώρα εκείνη σηκώνεται, γονατίζει, αναπέμπει ευχαριστίες και δοξολογίες μαζί με πολλά δάκρυα στον μόνο σοφό Θεό, ό όποιος δοξάζεται με τα πάνσοφα έργα του πάντοτε.
θ’. Μακάριος λοιπόν είναι όποιος αξιώθηκε τέτοιες εμπειρίες. Μακάριος είναι όποιος διαλογίζεται αυτά ήμερα και νύκτα. Μακάριος είναι όποιος επιδίδεται σε τέτοια και σε παρόμοια όλες τις ήμερες της ζωής του. Και αν στην αρχή της μονώσεώς του ό άνθρωπος δεν αισθάνεται την δύναμη των θεωριών τούτων, λόγω του μετεωρισμού του νου του, και δεν μπορεί να ύψωθή στα νοήματα των θαυμάτων του Θεού που αναφέρθηκαν πρωτύτερα, να μη αδιαφορήσει και αφήσει την ηρεμία της ήσυχης ζωής του. Διότι ούτε ό αγρότης που σπείρει στην γη βλέπει ευθύς αμέσως με την σπορά και τον σπόρο και τον στάχυ.
ι’. Διότι την σπορά συνοδεύει εξάντλησης, κόπος και πόνος των μελών του, ταλαιπωρία του οργανισμού και χωρισμός από τους φίλους. Αφού όμως υπομείνει αυτά, έρχεται άλλος καιρός, κατά τον όποιο ευχαριστείται, χοροπηδά, άγάλλεται και ευφραίνεται ό εργάτης. Και ποιος είναι αυτός ό καιρός;
Είναι όταν τρώγει από το ψωμί του ίδρωτα του και παραμένει στην ησυχία του επιδιδόμενος στην μελέτη. Διότι ή ησυχία και ή υπομονετική επίδοσης στον διαλογισμό κινεί πολλήν και ατελείωτη ηδονή στην καρδιά και οδηγεί τον νου προς μια ανέκφραστη έκπληξη. Και είναι μακάριος εκείνος που εμμένει σ’ αυτήν, διότι ανοίχθηκε ενώπιον του αυτή ή Θεόβρυτη πηγή και ήπιε απ’ αυτήν κι’ γλυκάθηκε και δεν θα παύση να πίνη απ’ αυτήν διαπαντός και πάντοτε, κάθε ώρα της νύκτας και της ημέρας, μέχρι τη συντέλεια και το τέλος της όλης αυτής πρόσκαιρης ζωής του.

Ερώτηση. Ποιο είναι το κορύφωμα όλων των κόπων του έργου τούτου, δηλαδή της ησυχίας, ώστε, όποιος κατάληξη σ’ αυτό, να μάθη ότι έφθασε στην τελειότητα της διαγωγής του;
Απόκριση. Το κορύφωμα είναι το να αξιωθεί κανείς της αδιάλειπτης προσευχής. Όταν φθάσει σ’ αυτήν, έφθασε στην κορυφή όλων των αρετών κι’ έγινε πλέον κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος. Αν δεν δεχθεί κανείς ακριβώς την χάρι του Παρακλήτου, δεν μπορεί να τελείωση την αδιάλειπτη προσευχή με άνεση διότι, λέγει, το Πνεύμα όταν κατοίκηση μέσα σ’ έναν άνθρωπο, δεν παύει να προσεύχεται. Το Πνεύμα προσεύχεται πάντοτε. Τότε, ούτε όταν κοιμάται ούτε όταν άγρυπνη σταματά ή προσευχή από την ψυχή του είτε τρώγει είτε πίνει, είτε κοιμάται είτε πράττει κάτι, οι ευωδιές και οι πνοές της προσευχής στην καρδιά του αναδίδονται χωρίς κόπο σαν σε βαθύ ύπνο. Και τότε ή προσευχή δεν χωρίζεται απ’ αυτόν, αλλά όλες τις στιγμές της ζωής του, ακόμη και αν διακοπή εξωτερικά, πάλι λειτουργεί μέσα του κρυφά. Πράγματι κάποιος από τους χριστοφόρους ονομάζει προσευχή την σιγή των καθαρών ανθρώπων, επειδή οι λογισμοί τους είναι κινήσεις, ενώ οί κινήσεις της καθαρής καρδιάς και διανοίας είναι πράες φωνές, με τις όποιες ψάλλουν μυστικά στον αόρατο.
Ερώτηση. Ποια είναι ή πνευματική προσευχή, και πώς γίνεται ό αγωνιζόμενος άξιος της;
Απόκριση. α’. Είναι οι ψυχικές κινήσεις που μετέχουν της ενεργείας του αγίου Πνεύματος λόγω της ακριβούς αγνείας και καθαρότητας, και μόνο ένας από τους μύριους ανθρώπους γίνεται άξιος αυτής. Είναι μυστήριο της μέλλουσας καταστάσεως και ζωής, διότι κατ’ αυτήν ό αγωνιζόμενος ανυψώνεται και ή φύσις μένει ανενέργητη από κάθε κινήσει και μνήμη των εδώ πραγμάτων δεν προσεύχεται τότε ή ψυχή, άλλα αισθάνεται τα πνευματικά πράγματα εκείνου του αιώνος, τα όποια υπερβαίνουν την διάνοια των ανθρώπων και κατανοούνται μόνο με την δύναμη του αγίου Πνεύματος. Ο,τι είναι ή νοερά θεωρία και κίνησης, είναι και ή αίτησις της προσευχής, έφ’ όσον από την προσευχή ξεκινά. Γι’ αυτό μερικοί από τους ανθρώπους αυτού του είδους έφθασαν ήδη στην τέλεια καθαρότητα και δεν υπάρχει ώρα, κατά την οποία ή εσωτερική των κίνησης δεν ευρίσκεται σε προσευχή, όπως προείπαμε. Και όταν σκύψει να δή το Πνεύμα το άγιο, τους ευρίσκει πάντοτε σε προσευχή και αμέσως από την προσευχή τους μεταφέρει στην θεωρία, που λέγεται πνευματική όρασης. Διότι αυτοί δεν χρειάζονται παρατεταμένη προσευχή ούτε την καθορισμένη ταξί της ακολουθίας τους αρκεί ή μνήμη του Θεού, και αμέσως αιχμαλωτίζονται από την αγάπη του. Άλλα δεν παραμελούν τελείως και την προσευχή σε στάση, όταν κατανέμουν την τιμή στα είδη της προσευχής, και κατά τις ορισμένες ώρες στέκονται όρθιοι, έκτος από την αδιάλειπτη προσευχή.
β’. Βλέπομε πράγματι τον άγιο Αντώνιο, ενώ στεκόταν για την προσευχή της ενάτης ώρας, αισθανόταν τον νου του ανυψούμενο. Άλλος πάλι από τους πατέρες, καθώς άπλωνε τα χέρια του ιστάμενος σε προσευχή, ήλθε σε έκσταση επί τέσσερις ήμερες. Και πολλοί άλλοι κατά την προσευχή τόσο πολύ αιχμαλωτίζονταν από την έντονη ενθύμηση του Θεού και την αγάπη του, ώστε έρχονταν σε έκσταση. Ό άνθρωπος γίνεται άξιος γι’ αυτήν, όταν αποδύεται την αμαρτία από μέσα και απ’ έξω δια της φυλάξεως των εντολών του Κυρίου κατά της αμαρτίας. Αν αγαπήσει κανείς αυτές τις εντολές, και τις εφαρμόσει κατά την ταξί τους, αναπόφευκτος απομακρύνεται από το πλήθος των ανθρωπίνων πραγμάτων, δηλαδή να εκδύεται το σώμα και να εξέρχεται απ’ αυτό, θα λέγαμε, όχι κατά την φύση αλλά κατά την ανάγκη. Δεν υπάρχει κανείς που να έχει εφαρμόσει αυτές τις εντολές σύμφωνα με το νόημα του νομοθέτη και να του απέμεινε αμαρτία. Γι’ αυτό ό Κύριος υποσχέθηκε στο Ευαγγέλιο ότι θα κατοίκηση σ’ αυτόν που εφήρμοσε τις εντολές του.

Ερώτηση. Ποια είναι ή τελειότης των πολλών καρπών του Πνεύματος;
Απόκριση. Είναι το να αξιωθεί κανείς της τελείας αγάπης του Θεού.

Ερώτηση. Και από που γνωρίζει κανείς Ότι έφθασε σ’ αυτήν;
Απόκριση. Όταν κινηθεί στην διάνοια του ή μνήμη του Θεού, αμέσως ή καρδιά του κινείται στην αγάπη του και τα μάτια του χύνουν άφθονα δάκρυα. Πράγματι ή αγάπη συνηθίζει με την ανάμνηση των αγαπητών να προκαλεί δάκρυα. Καθ’ όσον δεν του λείπει ποτέ ή ύλη που τον φέρει σε ανάμνηση του Θεού, ώστε και στον ύπνο του να συνομιλεί με τον Θεό διότι είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην αγάπη να πράττει τέτοια πράγματα. Αυτή είναι ή τελειότης των ανθρώπων σε τούτη την ζωή τους.

Ερώτηση. Εάν μετά τον πολύ κόπο και τον μόχθο και τον αγώνα, που κατέβαλε ό άνθρωπος, ό λογισμός της υπερηφάνειας έχει την αναίδεια να τον προσβολή, διότι επήρε αφορμή από το κάλλος των αρετών του και σκέπτεται τον πολύν κόπο που υπέφερε, με ποιόν τρόπο μπορεί να συγκράτηση τον λογισμό του και να ασφάλιση την ψυχή του, ώστε να μη πεισθεί σ’ αυτόν;
Απόκριση. α’. Όταν κάποιος γνωρίσει ότι πέφτει από τον Θεό έτσι, όπως πέφτει το ξηρό φύλλο από το δένδρο, τότε γνωρίζει την δύναμη της ψυχής του, γνωρίζει δηλαδή αν απέκτησε αυτές τις αρετές με την δική του δύναμη και αν θα μπορούσε να υπομείνει όλους τους αγώνες σε περίπτωση που Όποιος Κύριος θα είχε αποσύρει την βοήθεια απ’ αυτόν και θα τον άφηνε μόνον του να παλέψει με τον Διάβολο και δεν ερχόταν μαζί του, όπως συνηθίζει να πράττει με τους αγωνιζόμενους και να βοηθεί τότε φαίνεται ή δύναμις αυτού, ή καλύτερα ή αδυναμία και δυσκολία του. Διότι ή πρόνοια του Θεού είναι πάντοτε μαζί με τους αγίους, τους οποίους φυλάττει και ενισχύει, και με αυτήν νικά κάθε τάξις ανθρώπων, είτε στον αγώνα του μαρτυρίου, είτε στα πάθη περιέρχεται, είτε στις άλλες δυσκολίες που γίνονται και υπομένονται χάριν του Θεού.
β’. Και αυτά γίνονται καθαρά και φανερά χωρίς καμιά αμφιβολία. Διότι πώς μπορεί ή φύσις να νικήσει την δύναμη των γαργαλισμάτων που κινούνται ακατάπαυστα στα μέλη των ανθρώπων και τους στενοχωρούν και μπορούν να τους κατατροπώσουν; Πώς άλλοι που ποθούν και αγαπουν την νίκη, δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν όταν αγωνίζονται σκληρά, αλλά ηττώνται καθημερινώς από τα ερεθίσματα και ευρίσκονται σε πόνο και πένθος και μόχθο χάριν των ψυχών τους, ενώ εσύ μπορείς εύκολα να βαστάσης τις δυσκολίες του σώματος, που είναι τόσο μεγάλες, και να μη στενοχωρείσαι πολύ; Πώς μπορεί το κατά τα άλλα εμπαθές σώμα του να παλαίη προς το κοπτερό σίδερο και να υπομένει την συντριβή των μελών του και κάθε είδος τιμωρίας, χωρίς να ηττάται από τα πάθη, αυτός που δεν μπορεί να υποφέρει ούτε μια πληγή από αγκάθι που του κεντά το νύχι, και να μη αισθάνεται αυτά τα ποικίλα βασανιστήρια κατά την συνήθεια της φύσεως, αν δεν συμπαρίσταται κάποια άλλη δύναμις, έκτος της φυσικής δυνάμεως, προερχόμενη από κάπου άλλου, περιορίζοντας σ’ αυτόν την ισχύ των βασάνων; Και επειδή (ομιλήσαμε περί της προνοίας του Θεού, ας μη διστάσομε να αναφέρομαι και κάποια άλλη ψυχωφελή ιστορία που ενθαρρύνει τον άνθρωπο στους αγώνες του.

Διήγηση.
α’. Κάποιος νέος, ονομαζόμενος Θεόδωρος, αφού βασανίσθηκε με κακοποίηση όλου του σώματος κι’ ερωτήθηκε από κάποιον ‘πώς αισθάνθηκες στα βασανιστήρια, αποκρίθηκε• Στην αρχή αισθανόμουν τον πόνο, έπειτα όμως είδα κάποιον νεαρό να σπογγίζει τον ίδρωτα του αγώνος μου, να με ενδυναμώνει και να μου προσφέρει ανακούφιση στην άθληση μου. Ω, πόσοι είναι οι οικτιρμοί του Θεού. Πόσο πλησιάζει ή χάρις του στους αγωνιζόμενους για το όνομα του να υπομένουν με χαρά τα πάθη υπέρ αυτού.
β’. Μη δείχνεις λοιπόν, άνθρωπε, αγνωμοσύνη προς την πρόνοια του Θεού για σένα. Διότι, αν είναι φανερό ότι δεν είσαι συ Όποιος νικητής, αλλά διατελείς σαν ένα όργανο, και Ότι Όποιος Κύριος είναι Όποιος νικητής μέσα σου, και συ παίρνεις το όνομα της νίκης δωρεάν, ποιος θα σ’ εμπόδιση να ζητείς σε κάθε περίσταση την ίδια δύναμη, να νικήσεις, να εγκωμιαστείς και να ομολογήσεις την πίστη σου στον Θεό; Δεν άκουσες τάχα άνθρωπε, πόσοι άθληταί από καταβολής κόσμου και από την παλαιά εποχή έπεσαν από το ύψος των κατορθωμάτων τους, επειδή έδειξαν αγνωμοσύνη προς την χάριν αυτή;
γ’. Όσο πολυάριθμες και ποικίλες είναι οί δωρεές του Θεού προς το ανθρώπινο γένος, τόσο πολλές είναι και οί διαιρέσεις των προς τους άξιους ανάλογα με την διαγωγή των δεχόμενων αυτές. Αν και όλες οί δωρεές του Θεού είναι υψηλές και θαυμαστές, παρατηρείται σ’ αυτές το φαινόμενο άλλες να είναι μικρές και άλλες μεγάλες, ή μια να υπερβάλλει την άλλη σε δόξα και τιμή, και ή μια να ξεπερνά την άλλη σε βαθμό.
δ’. Εξ άλλου το να αφιέρωση κανείς τον εαυτό του στον Θεό και να ζή με την αρετή είναι ένα από τα μεγάλα χαρίσματα του Χριστού. Πράγματι, πολλοί λησμόνησαν αυτήν την χάρι, Ότι αξιώθηκαν να ξεχωριστούν από τους ανθρώπους και ν’ αφιερωθούν στον Θεό, να γίνουν μέτοχοι και δέκτες των χαρισμάτων του, να εκλέγουν και ν’ αξιωθούν της διακονίας και της λειτουργίας του Θεού αντί λοιπόν να ευχαριστούν τον Θεό αδιαλείπτως με το στόμα τους για τις ευεργεσίες, παρεξέκλιναν σε υπερηφάνεια και υψηλοφροσύνη.
Δεν φέρονται σαν να έλαβαν την χάρι της υπηρεσίας για να τον υπηρετούν με καθαρή διαγωγή και πνευματική εργασία, αλλά σκέπτονται σαν να κάμουν αυτοί χάρι στον Θεό, αντί
να σκέπτονται ότι τους επήρε από τους ανθρώπους και τους κατέστησε οικείους του, ώστε να μάθουν τα μυστήρια του. Και δεν τρέμουν με όλη την ψυχή τους σκεπτόμενοι αυτά, και μάλιστα βλέποντας πώς, όσοι πριν από αυτούς σκέφθηκαν έτσι, έχασαν ξαφνικά το αξίωμα και πώς τους έρριψε ό Κύριος σε μια ριπή οφθαλμού από την μεγίστη δόξα και τιμή που είχαν, και παρεξέκλιναν σε ακαθαρσία και ασέλγεια και αισχρολογία με κτηνώδη τρόπο.
ε’. Επειδή δηλαδή δεν γνώρισαν την δύναμη τους ούτε μνημόνευαν αδιαλείπτως εκείνον που τους έδωσε την χάρη να τον υπηρετούν, να έλθουν μέσα στην βασιλεία, να γίνουν ομοδίαιτοι των αγγέλων και να τον πλησιάσουν με την αγγελική πολιτεία, τους απέρριψε από την εργασία τους και με την μεταβολή της διαγωγής των από την ησυχία τους έδειξε ότι δεν ήταν δική τους ή δύναμις εκείνη να διάγουν με ευπρεπή διαγωγή και να μη ενοχλούνται από την βία της φύσεως και των δαιμόνων και των άλλων εμποδίων, αλλά ήταν δύναμις της χάριτος του, που ενεργούσε σ’ αυτούς όσα Όποιος κόσμος δεν μπορεί να χωρέσει ή ακούσει λόγω της δυσκολίας των. Αυτοί υπέμειναν σ’ αυτά πολύν καιρό, χωρίς να ηττηθούν, διότι ήσαν μέσα τους οπωσδήποτε κάποια δύναμις που τους ακολουθούσε, ικανή να τους βοηθήσει σε όλα και να τους διαφύλαξη σε όλα. Όταν όμως λησμόνησαν αυτήν την δύναμη, εκπληρώθηκε σ’ αυτούς Όποιος λόγος του αποστόλου• «επειδή δεν θέλησαν να επιγνώσουν τον Θεό τον Δεσπότη τους, που συνέδεσε το χώμα με την πνευματική λειτουργία, τους παρέδωσε σε άχρηστο νου και απέλαβαν την ατιμία που τους έπρεπε για την πλάνη τους».

Ερώτηση. Αν κάποιος τολμήσει ν’ απαρνηθεί εντελώς και αμέσως την συγκατοικήσει με τους ανθρώπους και ξαφνικά εξέλθει σε έρημο ακατοίκητη και φοβερή με αγαθό ζήλο, άραγε θα αποθάνει εξ αιτίας αυτού από την έλλειψη της στέγης και των άλλων αναγκαιων πραγμάτων;
Απόκριση. Εκείνος που ετοίμασε για τα άλογα ζώα, πριν τα δημιουργήσει, κατοικίες και που φροντίζει για τις ανάγκες των, δεν θα παράβλεψη το πλάσμα του, ιδιαιτέρως αυτούς που τον σέβονται, που τον ακολούθησαν με απλότητα καρδίας και χωρίς υστεροβουλία. Όποιος αποθέτει το θέλημα του για όλα στον Θεό, ποτέ δεν φροντίζει για την ανάγκη του σώματος του, για την ταλαιπωρία και κακοπάθειά του, αλλά ποθεί να επιδοθεί σε απόκρυφη διαγωγή και ,νά υπομείνει την ζωή της ταπεινώσεως• διότι δεν δειλιάζει εμπρός στις θλίψεις, άλλα θεωρεί την αποξένωση από όλον τον κόσμο ευχάριστη και γλυκεία, λόγω της καθαρότητας της διαγωγής, μοχθώντας ανάμεσα σε βουνά και όρη, ως πλάνης στη χώρα των αλόγων ζώων, μη καταδεχόμενος να αναπαυθεί σωματικώς και να διάγει ζωή γεμάτη ρύπους. Και αφού παραδώση τον εαυτό του στο θάνατο για τον κόσμο, πενθεί καθημερινώς και προσεύχεται να μη στερηθεί την καθαρή πολιτεία ενώπιον του Θεού, και τότε παίρνει από αυτόν βοήθεια.

Σ’ αυτόν ανήκει ή δόξα και ή τιμή και αυτός είθε να μας φύλαξη στην καθαρότητα του και να μας αγιάσει με τον διχασμό της χάριτος του αγίου Πνεύματος για την τιμή του ονόματος του, ώστε να δοξάζομαι το άγιο όνομα του με καθαρότητα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο
**********************

Αββάς Ισαάκ ο Σύρος:


«Δεν είσαι συ σοφότερος από το Θεό, γι’ αυτό μη λυπάσαι όταν η προσευχή σου δεν ακούγεται».
«Τίμησον την ανάγνωσιν. Αύτη γαρ πηγή εστίν της καθαράς προσευχής δι’ό και εν τω καιρώ εν ώ η διάνοια σου εσκορπισμένη ευρίσκεται πλέον της ευχής, εν τη αναγνώσει έμμεινον».
«Ο πολυμέριμνος και πολυπράγμων δεν μπορεί να γίνει πράος και ησύχιος, διότι χωρίς την αδιάλειπτο προσευχή δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό!».
«’Οποιος ζητεί με προσευχές γήινα πράγματα, ατιμάζει το Θεό!… ‘Οποιος περιφρονεί τη σάρκα του, ζητώντας τα Ουράνια, χαροποιεί τους Αγγέλους!».
«Εκείνος που δεν υπομένει τους πειρασμούς κάποιας αρετής, ούτε την αρετή μπορεί να κατορθώσει!».
«Τα λόγια του Θεού υπέρ το μέλι είναι γλυκά και σαν δροσιά στη φρόνιμη και Θεοφιλή ψυχή».
«Ο Θεός δε δίνει σε κανένα μεγάλο χάρισμα, χωρίς μεγάλο πρώτα πειρασμό».
«’Αν δεν είσαι άγιος κατά την καρδιά, γίνε καθαρός κατά το σώμα, δηλαδή, μη κάνεις σαρκικές αμαρτίες».
«’Αν δεν είσαι πράος , ειρήνευε τουλάχιστον με τον εαυτό σου».
«’Ω αγάπη! Μακάριος είναι εκείνος, που βρήκε εσένα, το λιμάνι κάθε χαράς!…»
«’Οσα καλά ή κακά είναι ενωμένα με το σώμα, θα σε συνοδεύουν μέχρι τον τάφο. ‘Οσα όμως είναι ενωμένα με την ψυχή, θ’ αποτελέσουν την αιώνια προίκα σου!»
«Ποιό φίλο απόκτησες στον Ουρανό, για να σε υποδεχθεί, όταν φύγεις απ’ αυτόν τον κόσμο; Σε ποιού το χωράφι δούλεψες, για να σου πληρώσει το μισθό σου; Κλάψε πολύ, για ν’ αναπαυθεί σε σένα το ‘Αγιο Πνεύμα, καθαρίζοντας το ρύπο της καρδιάς».
«Σε εγκατέλειψα, Κύριε, μη μ’ εγκαταλείψεις, εισάγαγέ με στις νομές Σου, θρέψε με με τη χλόη των Θείων σου Μυστηρίων, παρηγόρησε με, γλύκανέ με με τη θεϊκή σου χαρά!…».
«’Οποιος πιστεύει στο Θεό, θα επαινεθεί και από τους εχθρούς του. ‘Οποιος πιστεύει ότι τα αμαρτήματά του είναι μικρά, πέφτει σε μεγαλύτερα».
«Επιτρέπει ο Θεός τις θλίψεις, για να τον πλησιάσουμε με τις προσευχές και την ταπείνωση και να μην πάθουμε ό,τι έπαθε ο σατανάς».
«Οι αρρώστιες παραχωρούνται από το Θεό για την υγεία της ψυχής στούς ράθυμους και αμελείς, που αγαπούν το Θεό!…».
«’Οποιος ομολογεί και εγκαταλείπει τις αμαρτίες, θα εύρει έλεος παρά Κυρίου (μετάνοια).»
«Προφυλάξου και μην ελέγχεις κανένα για κανένα πράγμα. Η αγάπη δε θυμώνει, μήτε ελέγχει κανέναν με πάθος!…».
«’Οταν δεν απομακρύνεσαι από τα αίτια, δίνεις αφορμές να σε πολεμάει ο εχθρός. Η μελέτη της Αγίας Γραφής διώχνει τις πονηρές μνήμες!..».
«Μη βιάζεσαι στο περπάτημα χωρίς λόγο. Με πραότητα να ομιλείς!…».
«Μην αποφεύγεις τα ευτελή έργα… Φίλους έχε τους φοβούμενους το Θεό. Κρύβε από κάθε άνθρωπο τα μυστικά σου και τους πολέμους σου!…»
«Εάν φορτώσεις όλες τις μέριμνές σου στο Θεό, που φυσικά φροντίζει και για σένα, τότε θα δείς τα θαυμάσια του Θεού!…»
«’Οταν αρχίσει να υψηλοφρονεί ο άνθρωπος, παραχωρεί ο Θεός να έλθουν ισχυρότεροι πειρασμοί και να τον νικήσουν, για να ταπεινωθεί και να ζητήσει και πάλι τη Θεία βοήθεια!…»
«’Οσο με πόθο πλησιάζουμε το Θεό (Θεία Κοινωνία) τόσο κι ο Θεός πλησιάζει σ’ εμάς με τα χαρίσματά Του, και δεν αφαιρεί ποτέ από μας τη χάρη Του, όταν είμαστε ταπεινοί!…».
«Καλό είναι το να θεολογείς για το Θεό, αλλά καλύτερο είναι το να καθαρίσεις τον εαυτό σου για το Θεό».
«Δεν υπάρχει ασυγχώρητη αμαρτία, παρεκτός της αμετανοήτου…».
«Για να υπομένεις τις μικρές σου θλίψεις, να συλλογίζεσαι τις μεγάλες θλίψεις, που υποφέρουν οι άλλοι».
«Φιλάρετος είναι εκείνος που μετά χαράς δέχεται τα κακά που ακολουθούν την αρετή!..».
«Σκοτίζεται ο νούς, όταν δεν έχει πνευματική εργασία και προσευχή, διότι στερείται τη Θεία βοήθεια και δαιμονίζεται!…».
Τα χαρίσματα του Θεού έρχονται μόνα τους, εάν ο τόπος της καρδιάς είναι καθαρός!…».
«Η αμοιβή δεν δίνεται στον άνθρωπο για την αρετή του, αλλά για την ταπείνωσή του. Χωρίς την ταπείνωση όλα είναι μάταια!…»

Πνευματικές νουθεσίες Άγιου Ισαάκ Σύρου


Άγιος Ισαάκ ο Σύρος 


«Έχε την γλώσσα σου καλή και ατιμία δεν θα σε συναπαντήσει».

·        

«Απόκτησε χείλη γλυκά, και όλους φίλους θα τους έχεις».

·        

«Μίκρυνε τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθείς πάνω

απ' όλους τους άρχοντας τούτου του κόσμου».

·        

«Πρότρεχε όλους στον χαιρετισμό και θα τιμηθείς

πιο πολύ από κείνους που προσφέρουν πολύτιμο χρυσάφι».

·        

«Καταφρόνησε την τιμή για να τιμηθείς, και μη την αγαπήσεις για να μην ατιμασθείς».

·        

«Μη αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και

μάλιστα των πτωχών, γιατί και συ σώμα φέρεις».

·        

«Όταν συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ' ότι αξίζει. Χαιρέτισε τον θερμά. Παίνεσε τον. Όταν απομακρυνθεί, πες γι' αυτόν κάθε καλό και τίμιο λόγο. Με τον τρόπο αυτόν θα τον κάνεις καλύτερον απ' ότι είναι. Πάντοτε ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει. Να είσαι δηλαδή ευπροσήγορος πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους».

·        

«Μη διακόψεις τον συνομιλητή σου για να πεις τη γνώμη σου σαν αμαθής και απαίδευτος».

·        

«Μη ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους».

·        

«Απομακρύνσου από την παρρησία (την υπερβολική οικειότητα) σαν από τον θάνατο».

·        

«Μη φτύσεις μπροστά σε άλλους. Όταν θες να βήξεις, στρέψε το πρόσωπό σου πίσω».

·        

«Με σωφροσύνη φάγε και πιές όπως αρμόζει σε παιδιά του Θεού».

·        

«Μην απλώσεις το χέρι σου να πάρεις κάτι μπροστά από τους άλλους, με αναίδεια».

·        

«Εάν φιλοξενήσεις κάποιον, πρότρεψε τον μία και δύο φορές να φάγει, καθισμένος και συ συνεσταλμένα μαζί του στο τραπέζι».

·        

«Όταν χασμουριέσαι, βάλε μπροστά το χέρι σου. Κρατώντας την αναπνοή σου θα σου περάσει».

·        

«Όταν μπεις στο σπίτι εκείνου που σε φιλοξενεί μη στρέφεις από δω κι από κει τα μάτια σου εξετάζοντας τα γύρω αντικείμενα».

·        

«Μη μπεις αιφνίδια σε ξένο σπίτι ή δωμάτιο, αλλά να κρούσεις προηγουμένως απ' έξω, κι αφού προτραπείς να μπεις, τότε πέρασε με πολλή ευλάβεια».

·        

«Με ηρεμία άνοιξε και κλείσε, τόσο τη δική σου πόρτα όσο και την ξένη».

·        

«Μη περπατάς άτακτα και τρεχαλέα, εκτός αν βιάζεσαι πολύ».

·        

«Κουβέντιαζε με όλους ήρεμα».

·        

«Με σωφροσύνη κοίταξε τους άλλους,

και τα μάτια σου μη τα χορτάσεις από το κοίταγμα ξένου προσώπου».

·        

«Όταν βαδίζεις με ανωτέρους σου, μη τους προσπερνάς στο βάδισμα».

·        

«Κάθε σου φυσική ανάγκη με ευλάβεια να την υπηρετήσεις ντρεπόμενος τον Φύλακα σου Άγγελο».

·        

«Φυλάξου από τα μικρά για να μη πέσεις στα μεγάλα».

·        

«Να θεωρείς ξένο τον εαυτό σου όπου κι αν βρεθείς, για να μπορέσεις να απαλλαγείς από τη ζημιά που κάνει η παρρησία».