Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος - Καθηγητής Παιδαγωγικής Η διόραση του Κάλλους από τους χαρισματικούς Γέροντες



Είναι σαφές, λοιπόν, ότι η επιστήμη μας άνοιξε εδώ και αιώνες έναν δρόμο προς την φύση και την κτίση, που μπορεί να απομύθευσε τον κόσμο, να απογοήτευσε ρομαντικούς, που είχαν ονειρευθεί μια «βόλτα στο φεγγάρι» και να τροφοδότησε επιχειρήματα του λεγόμενου αθεϊσμού. Παραπληρωματικά στην επιστήμη κινήθηκε η ποίηση, με κορυφαία εκείνη του Ελύτη, ο οποίος μας έδωσε ένα καταπληκτικό δείγμα  γραφής, κυρίως χάρη στα πεζά του, για τον τρόπο ανάγνωσης της φύσης και του κόσμου εκτός των τειχών του νατουραλισμού. Έτσι σήμερα, χάρη στην επιστήμη και στην πίστη, βρισκόμαστε ενώπιος ενωπίω με μια  αυταπόδεικτη αλήθεια: ο κόσμος και η κτίση  δεν απομαγεύτηκαν, απλώς άλλαξαν βλέμμα, πολύ φυσιολογικό αυτό, οι επιστήμες και οι ποιητές. Και μας δείχνουν το μη εξαντλήσιμο με ανθρώπινα μέτρα και σταθμά αμήχανο κάλλος της κτίσης.
Το ίδιο κάλλος θεάζονται και οι άγιοι, οι χαριτωμένοι Γέροντες, οι ησυχαστές, μέσα από το δικό τους βλέμμα, με μια ουσιώδη διαφορά, ότι δεν μαθήτευσαν  πουθενά. Aυτό το βλέμμα των ησυχαστών παραμένει, όπως είναι γνωστό, μωρία για πολλούς επιστήμονες και  ποιητές. Επιστήμονες στιβαροί, ποιητές και Γέροντες ένα και το αυτό κάλλος διηγούνται, το άκτιστο αμήχανο κάλλος της κτίσης. Δεν είναι δε συμπτωματικό, ότι στην τέχνη συνολικά, όχι μόνο στην ποίηση, συνηχείται και ένα θρησκευτικό στοιχείο(Gadamer 2000,147). Αυτό είδαμε εξάλλου ανωτέρω στον Πλάτωνα.
Πηγή:writing.wikinut.com
Πηγή:writing.wikinut.com
Οι Γέροντες, πίσω από κάθε ρεμβασμό και κάθε εν γένει νατουραλιστική θεάση, πίσω από το φυσικό τοπίο και τα έμβια όντα, εντοπίζουν το όντως αόρατο υπαρκτό. Γι’ αυτό το λόγο όχι μόνο δεν είναι αφελείς νατουραλιστές, αλλά απεναντίας  με τη διόρασή τους ανατρέπουν τους όρους της φυσικής αναγκαιότητας, κάτι που αναμφίβολα και  τους  καλλιτέχνες  προκαλεί δημιουργικά – το μέγα πάθος της ελευθερίας τους σαγηνεύει- και το εξέφρασαν κατά καιρούς. Αλλά ο ησυχαστής το  ζει με συγκεκριμένο τύπο και τρόπο βίου, δεν το εικονίζει π.χ. σε έναν εξαίσιο πίνακα ζωγραφικής. Αυτό το οράν της διόρασης βρίσκεται εκτός των όρων της πλατωνικής ιδέας του αγαθού, αλλά και του απολύτου πνεύματος(Hegel). Εξάλλου, διαφέρει πλήρως η πατερική άποψη περί ωραίου από την φιλοσοφική.
Η πάγια  άποψη της φιλοσοφίας και της τέχνης ότι το ωραίο  δεν συναρτάται με σκοπό, νόημα και χρήση, δηλαδή ότι λειτουργεί αυτονομημένο – αυτή κι αν έθρεψε το πάθος της αυτοδικαίωσης!-,άλλοτε έθρεψε ένα σωρό φαντασιακά μυθεύματα περί αυτονομίας του ανθρώπου και άλλοτε θέλησε να τον καθηλώσει στην ιστορικότητα. Τελικώς, ενώ φάνηκε ότι άρχισαν να χωρίζουν οι δρόμοι θρησκείας, φιλοσοφίας και τέχνης(ό.π.α.,152),  στην ουσία ποτέ δεν συνέβη αυτό. Διότι, παρά τις αναμφισβήτητες διαφορές τους, π.χ. όσον αφορά την ελευθερία και την αυτοδικαίωση, το άκτιστο αμήχανο κάλλος έρχεται να βεβαιώσει, ότι μπορεί να υπάρξει ωραίο χωρίς αντικείμενο(ας πούμε π.χ. απόλυτη μουσική), το ίδιο όπως μπορεί να υπάρξει για τον ησυχαστή (θα αναφερθούμε διεξοδικά στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο) επιθυμία χωρίς επιθυμητότητα. Εάν όμως το ωραίο χωρίς αντικείμενο στην τέχνη φλερτάρει με μιαν αφόρητη Abstraktion, δεν συμβαίνει το ίδιο με την επιθυμητότητα, αφού εισέρχεται εδώ ανυπερθέτως το πρόσωπο του Άλλου.
Επιστρέφουμε στον Ησυχαστή. Διηγείται ο π.Εφραίμ την εμπειρία του μετά από τη Λειτουργία του Πάσχα μέσα στην ερημιά, όπου τα πάντα μέλπουν το Δημιουργό: «Σηκωνόμουν και πήγαινα στα βραχάκια και τράβαγα κομποσχοίνι. Τι ωραία η ομορφιά της Αναστάσεως! Κτυπούσαν οι καμπάνες των μοναστηριών, του Γρηγορίου, του Διονυσίου, κτυπούσε και του Ρωσικού η γιγάντια καμπάνα. Έπιανε τον ήχο  το κύμα και το έκανε σαν εμβατήριο και ακουγόταν σαν πιάνο και σαν αρμονία, σαν κάτι ουράνιο .Έκανε έναν ωραίο ήχο και μου ερχόταν θεωρία ….Ήταν η αναστάσιμη Χάρις  του Θεού, που πρόσφερε μια ωραιοτάτη πνευματική πανδαισία που δεν περιγράφεται..(ό.π.α.,356).  Σημειώνει δε για τον γέροντά του: «..ευωδίαζε όχι μόνο το σώμα, αλλά κι’ όλος ο τόπος γύρω μας»(ό.π.α.,306).
Και αλλού  μας λέγει: «Κάποτε λοιπόν, εκεί που καθόμασταν έξω και τραβούσαμε κομποσχοινάκι με τον Γέροντα και μου διηγόταν για τους πατέρες που είχε γηροκομήσει και περί προσευχής, ευωδίασε ο τόπος σαν να υπήρχαν κρίνα και τριαντάφυλλα, ενώ ήταν ξεραϊλα΄ εμείς άλλο από πουρνάρια δεν είχαμε .Μύριζα εγώ και μου λέει: – Τι κάνεις έτσι; -Γέροντα, κρίνα και τριαντάφυλλα μυρίζει! – Βρε μπούφο, δεν πας λίγο πιο πέρα; Πήγαινε στην πόρτα; …..μπήκα στο κελλάκι του, ευωδίαζε όλο. Ευωδίαζαν τα πάντα, ακόμη και τα γένια και τα ρούχα του»(αρχ.Εφραίμ 2007,508 κ.εξ.). Απλά λόγια, «χαϊδευτικά»(!), σου αρέσει να τα «ακούς» από αυτό τον Γέροντα, μια νήφουσα ύπαρξη, που κουβαλάει στο αίμα της την μοναδική συνθήκη της αθανασίας, την αναπελάργηση: «κι όμως εκεί, λίγο ψηλότερα από το καμπαναριό, αλλάζει η ζωή σου»(Σεφέρης, Piazza San Nikolo).
Αλλά και εκείνη η ομορφιά που είχαν τα μήλα-δώρο της Παναγίας  στο εκκλησάκι  της Μεταμορφώσεως; Πόσο στενά συνυφασμένα είναι τα μήλα τόσο στην αρχαία ελληνική, όσο και στην νεοελληνική λαϊκή μας παράδοση με την αγάπη! Τι εύρημα κι αυτό! Ήταν ροδοκόκκινα με φρέσκα φυλλαράκια, σαν να τα έκοψε κάποιος εκείνη την ώρα(ό.π.α.,153).Ποιος γίγαντας της διάνοιας Πλάτων, ποιος νατουραλιστής, ποιος καλλιτέχνης θα τα υποκαταστήσει; Ποιος κριτικός τέχνης  θα μας μιλήσει για την τεχνοτροπία τους; Ποια αισθητικά κριτήρια βεβαιώνουν την ωραιότητά τους εν προκειμένω; Είναι απλή διέγερση αισθητική της συνείδησης των δύο  ησυχαστών, ή είναι κάτι άλλο; Ναι, δεν είναι εμπειρία αισθητική, δεν είναι κάποιο ωραίο «έργο τέχνης» μεγαλοφυούς καλλιτέχνη, που αναμένει την εκτίμηση του ειδικού κριτικού της τέχνης. Δεν είναι της φύσης προϊόν, που αναμένει την εκτίμηση του ειδήμονα γεωπόνου για να ερμηνευθεί.
Είναι  το θαύμα του ακτίστου κάλλους που φανερώνει μια δυνατότητα:  δεν αισθητοποιεί απλώς το συγκεκριμένο εύρημα, δεν το καθιστά δηλαδή καλλιτέχνημα που προϋποθέτει την ευαισθησία μας, για να συλλάβουμε το μήνυμά του, αλλά ούτε διατροφικό υλικό που θα αξιολογηθεί σύμφωνα με την επιτηδειότητα του επιστήμονα, με απώτερο σκοπό την χρήση του. Είναι μετατροπή της αίσθησης του ωραίου σε αίσθηση αθανασίας.

Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος - Καθηγητής Παιδαγωγικής Αθάνατο κάλλος: Η εμπειρία της γλυκύτητας του Παραδείσου



Λέγει επίσης ο π. Εφραίμ για κάποιον αδελφό, που  ζητούσε να πληροφορηθεί περί φύσεως των όντων και γλυκύτητας Παραδείσου και προσευχόταν: «… ξαφνικά  ήλθε σε έκσταση και αφού καταργήθηκαν για λίγο οι σωματικές του αισθήσεις ανοίχτηκαν τα μάτια της ψυχής του, αισθανόμενος την γλώσσα της δοξολογίας της κτίσεως προς τον Κτίστη, αλλά και με τα σωματικά του μάτια έβλεπε πολύ διαφορετικά, πολύ φωτεινά…Όλα όσα έβλεπε και άκουε ήταν κάτι  το ξένο.. το υπερφυσικό. Τα πουλάκια να κελαηδούν, τα δένδρα με τα άνθη και την ευωδία τους, ο ήλιος, η λαμπερή μέρα, τα πάντα μιλούσαν για τη δόξα του Θεού.. «πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον»..τόσο το ζωικό, όσο και το φυτικό βασίλειο μιλούσαν για τη δόξα, την μεγαλοσύνη, την ομορφιά και το κάλλος της Τριαδικής Θεότητος… Τα μάτια του έτρεχαν διαρκώς δάκρυα, όχι για τις αμαρτίες του, αλλά για την ομορφιά του Θεού. Πως μπορούσε η καρδιά να αντέξει αυτή την αποκάλυψη του θεϊκού κάλλους;(ό.π.α.288 κ.εξ).Πρόκειται για μια «ακοή» που βλέπει και  για ένα βλέμμα που ακούει. Ακοή και βλέμμα που συλλαμβάνουν το κάλλος και την αρμονία της κτίσης, «ενώπ(τ)ια παμφανόωντα»(Όμηρος) από μια κτίση γεμάτη άκτιστο-μακάριο κάλλος «αρμονίη αφανής,φανερής κρείτων»(Ηράκλειτος) (Πολίτη 1993,68).
glykythsparadeisou2
Η αποκάλυψη του ακτίστου-μακαρίου-αθανάτου κάλλους γίνεται συχνά δια της ανεκφράστου μετάβασης- αρπαγής- από την κτίση στα υπέρ αυτής. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση του Γέροντα Ιωσήφ, όταν πολεμούμενος από σαρκικά πάθη, πήγαινε να συναντήσει τον Πνευματικό του: «Εστάθην ολίγον μακράν απεπάνω σε ένα βραχάκι……..Και καθήμενος και ευχόμενος νοερώς ήκουσα μιαν γλυκείαν φωνήν, όπου εκελαϊδούσε ένα πουλί. Θα ήτον ώρα τέσσαρες  της νυκτός. Και ηρπάγη ο νους μου εις φωνήν…όπου ερευνώντας εισήλθον εις ένα ωραίον λιβάδι. Και προχωρών ήτον χιονόλευκος δρόμος με αδαμάντινα και κρυστάλλινα τείχη. Μέσον δε από τα τείχη ήτον άνθη πολυποίκιλα και χρυσόχρωμα όπου ο νους μου αλησμόνησε το πουλί και όλος ηχμαλωτίσθη εις την θεωρίαν του παραδείσου εκείνου. Και προχωρών ήτον ένα παλάτι υψηλόν και θαυμάσιον, εκπλήττον νουν και διάνοιαν ό.π.α.,43).
Και προς τι όλα αυτά; «Και εις την θύραν ίστατο η Παναγία μας βαστάζουσα  ως βρέφος τον γλυκύτατον Ιησούν εις την αγκάλην της. Όλη ωσί χιών κατάλευκος και απαστράπτουσα…»(ό.π.α.).Πρόκειται για κάλλος ενός άλλου κόσμου εκ πρώτης όψεως αφανούς, άρρητων  προδιαγραφών. Με το κελάηδημα πριν τα χαράματα, προσημαίνεται, κυρίως στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση, ερχομός αγαπημένου προσώπου. Αλλά εδώ, στην περίπτωση του Γέροντα, δεν μένει κυρίαρχη κάποια «αίσθηση μαγείας», όπως π.χ. στην ποίηση του Ίβυκου: «τάμος κλυτός όρθρος άυπνος/εγείρησιν αηδόνας» (δηλ. «όταν, σ’ όλη της τη δόξα, η αυγή τερματίζει τον ύπνο και ξυπνά τ’ αηδόνια»)(Bowraό.π.α.,42). Δεν εξαντλούνται  εδώ όλα σε κάποιο νατουραλιστικό-μυθικό δρώμενο. Έχουμε προανάκρουσμα μιας «συνάντησης». Θα βρεθεί ενώπιος ενωπίω ο Γέροντας με το κάλλος της Πλατυτέρας,  ενός κόσμου απροσπέλαστου χωρίς τα διόδια της Χάρης. Υποψίες έχεις μόνο, καθώς αυτό το κάλλος σε  βγάζει εκτός συχνότητας, ότι κινείσαι στην  ποιητική κοπή του νήματος: «και δε ζω και δεν έχω πεθάνει»(Ελύτης, Ετεροθαλή). Αλλού, πάλι, θα διηγηθεί πως προσευχόμενος είδε μια «φωτισμένη ωραία εκκλησία»(ό.π.α.,320).
Οι ποιητές είχαν πάντα γοητευθεί από το κάλλος της κτίσης. Μάλιστα το είδαν συχνά σε συνάρτηση με το αγαθό. Εάν αναγνώσει κανείς Σολωμό (π.χ.Ελεύθερους Πολιορκημένους) και, για την οικονομία των λεγομένων μας, αν αναγνώσει κανείς το στίχο του «το χώμα το γεμάτο καλοσύνη και ομορφιά», θα βγει στον ίδιο ορίζοντα που μας βγάζει ο Ελύτης, όταν μιλάει για ωραίο και ηθικό που υπάρχει στους  νησιώτες(Καψωμένος 2007). Aλλά ο ησυχαστής δεν φαντάζεται, ζει το άκτιστο κάλλος της κτίσης. Καλότυχοι, όσοι διανοούμενοι, ποιητές και καλλιτέχνες δεν το στοχάστηκαν απλώς, αλλά πήραν μια γεύση του. Χωρίς επιφύλαξη θα κατέτασσα σε αυτή την περίπτωση τον Πεντζίκη. Την Πεντηκοστή δεν πήγε στην εκκλησία, αλλά περίπατο στην ακροθαλασσία, γιατί όχι στη «χώρα» των αλιέων-μαθητών! Η κτίση μεταμορφώνεται διαρκώς από την αναγωγική δύναμη του ακτίστου κάλλους προς το Θεό και καθίσταται  «χώρα» μαρτυρίας αυτού του κάλλους.
Και η διαρκής διερώτηση, γιατί ο Θεός επιτρέπει ή ανέχεται το κακό της κτίσης (π.χ. σεισμός), γιατί έφτιαξε τον κόσμο «καλόν λίαν», αλλά όχι και τέλειο, ή μήπως η πτώση των Πρωτοπλάστων συμπαρέσυρε και την κτίση σε πτώση; Κτίση σημαίνει ύλη ατελής, δομημένη με χωροχρονικές συνιστώσες  και φυσική αναγκαιότητα. Όμως αυτό μόνο χωράει στο δικό μας μυαλό. Για τον ησυχαστή η σοφία του Θεού επουδενί δεν επιτρέπει και μιαν οντολογία του κακού. Απαντήσεις πρόχειρες στα ερωτήματα δεν διατυπώνει, εμπιστεύεται την σοφία του Θεού και μένει πιστός στο μυστήριο των επιλογών Του. Προσδοκά την οριστική-έσχατη κυριαρχία του ακτίστου κάλλους, «άλλους όρους αναπνοής»(Ελύθτης).Οπόταν, με λόγια του Συμεώνος του Νέου Θεολόγου: «…και καινόν αναλήψεται κάλλος και χλόης είδος αμάραντον».
5.3.3.4  …το είδον εμπράκτως: ευωδιάζον κάλλος ΙΙ-μυροθήκη αναψυκτική
Ο  Γέροντας  Ιωσήφ βρισκόταν σε κατάσταση ετοιμότητας στην άκρη του ορίζοντα λόγω  της καθαρότητάς του, έτοιμος να αναμετρηθεί με το μακάριο κάλλος, ήτοι να συναντήσει με τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, να στοιχηθεί με τους αγίους. «Το είδον εμπράκτως αυτό όπου σας λέγω», θα πει, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, τουτέστι έλλογη υπερβατικότητα που γίνεται αλήθεια, εμπειρικά βεβαιωμένο γεγονός, δώρο, και αυτό, της καθαρότητας. Και τι καθαρότητας, «ανίκανος» πλέον να ξεχωρίζει άνδρα ή γυναίκα(ό.π.α.(47).
Με μια εκτενή περιγραφή θα διηγηθεί ο Γέροντας Ιωσήφ την θεωρία που είχε προσευχόμενος στο δάπεδο μετά από τη δίωξή του από τη Σκήτη. «Ήμουν σε άπλετο φως και μπροστά μου..και όλο το έδαφος ωσεί χιών λευκό …και έκθαμβος ηπόρουν: Πώς ευρέθην εις τοιούτον ωραίον τοπίο;….Και εκάθηντο νέοι ωραίοι εστολισμένοι στολήν θαυμασία.. ήν στρατηγός και εφόρει λαμπροτέρα στολή..κατεβαίναμε σε πολυτελή σκαλοπάτια.. και κάτω ακουγόταν μελωδία….υπήρχαν στασίδια ωραιότατατα γεμάτα από ολόφωτους νέους…. Με τράβηξε μέσα σε μια ασύλληπτη μεγαλοπρέπεια, στο άπειρον εκείνο μεγαλείο…όλο μου το είναι πλημμύρησ(ε) από τη δόξα και το Φως εκείνο το όντως άκτιστο και υπέρ πάσαν λευκότητα και αφάνταστη λεπτότητα. Τότε είδα προς τα εμπρός μου το εξαίσιο τέμπλο αυτού του μεγαλοπρεπούς ναού, από το οποίο, όπως από τον ήλιο πηγάζει το φως, έτσι και από εκεί σκορπιζόταν όλη η δόξα και η μεγαλοπρέπεια….και το πανάγιο Βρέφος άστραψε …Αίφνης εξήλθε τόση λαμπρότης από τη θεία εικόνα Της και εφάνη τόσο ωραία η Παναγία, ολόσωμος, και εβάσταζε στις αγκάλες της τον Σωτήρα του κόσμου….πλήρη Χάριτος και μεγαλείου, όπου από την τόση ωραιότητα «μυριάδας του ηλίου φωτεινοτέρα» (ό.π.α.,205 κ.εξ).
Το άκτιστο-μακάριο κάλλος του ηλίου «της δικαιοσύνης» είναι εκτυφλωτικό και καταυγάζει την κτίση. Δεν είναι το γνωστό ηλιακό φως, αλλά  κάλλος  το οποίο εκπέμπει το Πανάγιο Βρέφος. Θα «ενηλικιωθεί» και θα περπατάει επάνω στη θάλασσα, θα μεταγλωττίζει με το κάλλος του όλες τις διαλέκτους, που αναλώθηκαν περιγράφοντας τη φυσική νομοτέλεια, σε ρήματα ζωής αιωνίου.

Νικόλαος Χατζηνικολάου - Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Ούτε υπάρχει, ούτε δεν υπάρχει. Είναι!

Τελικά, φαίνεται πως συχνά η αναζήτηση του Θεού μοιάζει με μια μάταιη προσπάθεια να μπούμε στον χώρο Του από τον τοίχο και όχι από την πόρτα. Και επειδή δεν τα καταφέρνουμε, Τον αρνούμαστε. Αυτό προσπαθούν να κάνουν αυτά τα παιδιά.
Baby stars are forming near the eastern rim of the cosmic cloud Perseus, revealed in this infrared image from NASA's Spitzer Space Telescope.
Ο Θεός όμως δεν προσεγγίζεται από όπου και όπως υπεροπτικά θέλουμε. Ο χώρος του μυστηρίου Του έχει τις διόδους του από τις οποίες πρέπει διακριτικά και ταπεινά να μπεις. Είναι στενές οι προσβάσεις του. Και οι πόρτες του δεν ανοίγουν με χερούλι ούτε πολύ περισ­σότερο με λοστό. Ούτε με πείσμα ούτε με βία. Συνήθως ανοίγουν από μόνες τους, με… φωτοκύτταρο. Δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα η συνάντηση του Θεού. Είναι επίσκεψή Του. Απλά, για να μπει και Αυτός, δεν πρέπει να έχει κανείς τις δικές του πόρτες κλειδωμένες. Και όχι μόνον. Πρέπει εμείς να Του ανοίξουμε. Ο Θεός δεν υπάρχει για να Τον υποτάσσουμε, για να υπηρετεί τις εφήμερες μυωπικές βλέψεις μας. Υπάρχει για να μας ελευθερώσει από τη μιζέρια μας
Σαν αρκετά να είχε περάσει η ώρα φιλοσοφώντας. Θα μπορούσαμε να χαλαρώσουμε λιγάκι. Δοκίμασα να αλλάξω τη συζήτηση. Να μου πούνε κάτι από τα δικά τους ενδιαφέροντα, μια που πιθανόν να τούς είχε παρα­σύρει η ιδιότητά μου. Δεν ήθελα να τους κουράσω. Σε τελική ανάλυση μπορεί να ήθελαν λιγότερο μια τέτοια συζήτηση και περισσότερο μια κοινωνική γνωριμία.
Το μάτι μου πέφτει στο τατουάζ του Θάνου. Είναι αποτυπωμένο στο δεξί του μπράτσο, μισοκαλυμμένο από το μανίκι. Για μια στιγμή τέντωσε το χέρι του και φάνηκε καθαρά. Μια μικρή διακριτική ζυγαριά με διχρωμία μπλε και πράσινου, που γέρνει προς το μέρος μιας σαύρας, που με την κόκκινη γλωσσίτσα της ακουμπάει τον ένα από τους δύο δίσκους. Στον άλλο δίσκο ένας σταυρός. Η ζυγαριά πιθανόν να συμβολίζει το Δίκαιο, που ως φοιτητής της Νομικής σπουδάζει. Δεν καταλαβαίνω τον ρόλο της σαύρας που τελικά κάνει τη ζημιά. Είναι ολοζώντανη. Θαρρείς πως όπου να ‘ναι θα γλιστρήσει και θα αφήσει τη ζυγαριά στην ησυχία της. Και γιατί τελικά ο σταυρός είναι πιο ανάλαφρος; Δεν το καταλαβαίνω αυτό καλά. Ούτε και ριψοκινδυνεύω αυθαίρετες ερμηνείες.
Δεν κάνω κανένα σχόλιο. Απλά, παρατηρώ και σκέφτομαι παράλληλα με τη συζήτηση. Και διερωτώ­μαι πώς δεν βαρέθηκαν και κάθονται μαζί μου τόση ώρα. Πρέπει να είμαι πολύ παράξενος γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Τί άραγε κοινό μπορεί να έχουμε μεταξύ μας; Αυτοί νέα παιδιά κάνουν γήινα όνειρα· εγώ τα έχω απορρίψει προ πολλού, έπαυσα να επενδύω σε αυτόν τον κόσμο. Ο Θεός δεν τους πολυενδιαφέρει· εγώ Του αφιέρωσα τα πάντα, είναι η μόνη και μεγάλη μου σταθερά. Δεν πιστεύω σε τίποτα άλλο. Χωρίς Αυτόν δεν έχω ερμηνεία γι’ αυτόν τον κόσμο. Χωρίς την ύπαρξή Του καταργείται κάθε λόγος δίκης μου ύπαρξης. Χω­ρίς πίστη στον Θεό πνίγομαι, βουλιάζω, καταρρέω, χά­νομαι. Η πίστη σ’ Αυτόν με μεθάει, με ανασταίνει, μου δίνει ζωή, αίσθηση αιωνιότητος, όραμα ετερότητος.
Αυτοί αυτά δεν τα καταλαβαίνουν, κάπως αλλού κοι­τάζουν. Εγώ είμαι καμιά τριανταριά και πλέον χρόνια μεγαλύτερος, άσπρος με γένια και ράσα, αξύριστος και ακούρευτος εδώ και χρόνια, για ακατανόητο σ’ αυτούς λόγο, κακός εκπρόσωπος μιας παρηκμασμένης γενιάς, μιλάω και λίγο καθαρευουσιάνικα, γράφω πολυτονικό. Σε λίγο θα αρχίσουν να μου επιτίθενται οι διάφορες αρρώστιες. Αυτοί φρέσκοι άνθρωποι, σύγχρονοι, ούτε σκέφτονται την ασθένεια και τον θάνατο.
Αλλά και στη νοοτροπία υπάρχει χάσμα. Αυτοί θεω­ρούν ότι είναι γεννημένοι ελεύθεροι και ότι η ελευθερία τους ταυτίζεται με την αυτεξουσιότητα. Αντίθετα, εγώ νομίζω ότι είμαι γεννημένος αυτεξούσιος με προορισμό να γίνω ελεύθερος, πιστεύω σε μια ελευθερία που πρέπει να παλέψεις για να την αποκτήσεις. Γι’ αυτό στη ζωή μου ήμουν λίγο ακραίος· έζησα με τη μειοψηφία, πήγα κόντρα στο ρεύμα, δεν έχω πάει ποτέ μου κινηματογράφο, ποτέ δεν είχα τηλεόραση, αρνήθηκα για χρόνια να έχω κινητό, στερήθηκα ένα σωρό πράγματα που σχεδόν όλοι κάνουν. Και αυτό γιατί δεν θέλησα να χωθώ μόνος μου κάτω από τον οδοστρωτήρα της ισοπεδωτικής νοοτροπίας, να μιμηθώ μηχανικά και ανόητα, να με λειώσει το σύστημα. Ούτε και το εκκλησιαστικό.
Αυτοί μού φαίνεται πως ενώ αντιδρούν στο κατεστημένο της περασμένης γενιάς, συμμαχούν στη δημιουργία ενός χειρότερου κατεστημένου που κατασκευάζει η δική τους γενιά. Επίσης, υποθέτω πως θα με θεωρούν συν­τηρητικό. Εμένα πάλι μου φαίνονται ανελεύθεροι. Μου κάνουν ερωτήσεις που τις κάνουν όλοι. Τους έμαθε το σύστημα να έχουν τέτοιους προβληματισμούς.
Όλα αυτά που έχω μέσα μου είμαι σίγουρος πως αυτοί δεν τα προσέχουν. Αλλά κι εγώ μάλλον δεν τους καταλαβαίνω. Ίσως αυτό να το αντιλαμβάνονται. Τελι­κά, είμαστε τόσο διαφορετικοί και δεν θέλει κανείς μας να αλλάξει! Ούτε εκείνοι ούτε εγώ. Αλήθεια, τί δουλειά έχουν κοντά μου; Πώς δεν κουράστηκαν ακόμη; Πώς με υπομένουν; Το σκέπτομαι και συγκινούμαι. Με συγκινεί η ταπείνωση της ανοχής τους στο πρόσωπό μου. Μπο­ρεί εγώ να είμαι πιο σωστός, ποιός ξέρει; Αυτοί όμως είναι πιο ταπεινοί. Εδώ μάλλον κρύβεται το μυστικό.
(Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Αν υπάρχει ζωή, θέλω να ζήσω, σ. 52

Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος - Καθηγητής Παιδαγωγικής Η υπαρξιακή ευωδία της ησυχαστικής σύγκρασης κτιστού-ακτίστου

Η κτίση και τα πράγματα δεν θα φύγουν από τη θέση τους, αλλά θα εμποτιστούν τόσο πολύ με το κάλλος Του που θα εκλείψει όλο το πεπρωμένο τους που τα κρατούσε δέσμια της αναγκών. Το άκτιστο-μακάριο-αθάνατο κάλλος της κτίσης – εκεί όπου ο Γέροντας μιλάει για «λιβάδι» και «παλάτι» – δεν ερμηνεύεται με  όρους και αισθητικές κατηγορίες του νατουραλισμού, ή της όποιας «σχολής». Όχι πως αυτές υστερούν σε αξιοσύνη. Αλλά στη σύγκραση κτιστού-ακτίστου, οπόταν ο νους του ησυχαστή έχει «όλος καταποθεί» (ό.π.α.,44), χάνεται κάθε περιθώριο κατηγοριοποίησης του κάλλους. Ο κόσμος είναι διάφανος. Και η συνέχεια, όταν πηγαίνει να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας: «Και μόλις εμβήκα και την προσκύνησα, εστάθην αντίκρυ και την ωμιλούσα ευχαριστώντας, εξήλθε τόση πολλή ευωδία, ωσάν μία αναπνοή δροσοβόλος από το γλυκύτατον στόμα της, όπου εγέμισεν η ψυχή μου και έγινα άφωνος  εις δευτέραν έκστασιν ώραν πολλήν»(ό.π.α.). Το αυτό θα διηγηθεί και για άλλη φανέρωση της Παναγίας, οπόταν αφού συνήλθε, κατεφίλησε τον τόπο που στεκόταν  και ευωδίαζε για πολύ καιρό μετά(ό.π.α.,208).
proseuxi2
Η Παναγία, «της ευωδίας το σεπτόν σκήνωμα»! Η Παναγία, της οποίας τα εντάφια  ευωδίαζαν, κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, μάλιστα δε οι Απόστολοι «…… της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθένετεες  ησφάλισαν την σορόν»»(αγ.Ιωάννης Δαμασκηνός 1990(2), 196). Η Παναγία , για την ευωδία  της οποίας ο ίδιος άγιος αναφωνεί: «….οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα»(ό.π.α.,172). Και αλλού: «Ρίνες τη οσμή των μύρων του νυμφίου θελγόμενοι» (ό.π.α.,92). Χάνεις πλέον το παιχνίδι αίτιο-αιτιατό, «οξειδώνεσαι», αναπνέεις μια ιδιάζουσα ευωδία  ζωής αθανάτου, εωσότου από την άκρη του ορίζοντα όπου βρέθηκες να σε ανταμοίβει το απροσδιόριστο κάλλος, κατορθώσεις να  ξαναπάρεις τα πράγματα στα χέρια σου. Η  όσφρηση του Ησυχαστή υπονομεύει το προνόμιο της όρασης και της ακοής, αλλά δεν αυτονομείται ποτέ, όπως και εκείνες, από το κάλλος.
Επανερχόμαστε στην ευωδία. «Ένα μόνον σας λέγω: ότι και τα ρούχα τους όταν αλλάζουν αυτοί ωσάν μυροθήκη αναψυκτική απλώνεται και ευωδιάζει όλον εκείνο το σπίτι»(ό.π.α.,48). Λέγει ο π.Εφραίμ για το σκουφάκι που του έφερε ο Γέροντας, δώρο της γερόντισσας Ευπραξίας: «Μόλις το φόρεσα, αμέσως πήρα Χάρη…άναψα από προσευχή και θείον έρωτα»(ό.π.α.,102). Η ευωδία θα επιφέρει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ αμήχανου πλατωνικού και ησυχαστικού μακάριου κάλλος. Είναι και η ευωδία ηχηρή απόδειξη ότι  δεν βρισκόμαστε σε διανοητική περιπέτεια, αλλά στον κόσμο  της εμπειρίας από πρώτο χέρι. Το ησυχαστικό αμήχανο κάλλος αφορά την ωραιότητα της ολότητας της ύπαρξης και της κτίσης, ωραιότητα επαληθευμένη από Γέροντες σαν τον π.Ιωσήφ.
«Μια φορά ενώ προσηύχετο γονατιστός και μέσα σε πλημμύρα δακρύων ως συνήθως, ξαφνικά όλο το κελλί γέμισε από υπερφυσικό φως. Άνοιξε τα μάτια του και μπροστά του αντίκρυσε ένα πυρίμορφο νεανία. Στη μορφή έμοιαζε με νέον άνθρωπο, αλλά αντινοβολούσε εκτυφλωτικό φως, όχι αυτού του κόσμου… και όλος ο τόπος γέμισε άρρητη ευωδία, σαν να βρισκόταν κάποιος σε εύοσμο λειμώνα»(ό.π.α.80). Ας σημειωθεί εδώ ότι στην τέχνη το ωραίο φανερώνεται μόνον μέσω όρασης και ακοής, ποτέ με την όσφρηση(Δες: Θεοδωρακόπουλος 1977,56).Ο ησυχαστής δεν γεύεται απλώς με το βλέμμα το κάλλος, είναι όλος βλέμμα, «βλέπει» το μακάριο κάλλος της  γλυκύτητας του Χριστού. Ησυχαστές, οι αφλέκτως καιόμενοι! Οι από τον καταφλέγοντα τα της αμαρτίας εγκλήματα  ωραιοθέντες !
Κάτι ανάλογο συμβαίνει, όταν τα Θεοφάνεια, στη διάρκεια της Νοεράς προσευχής, όντας «έγκλειστος» βλέπει τα τρία παιδάκια και γεμίζει εντελώς ξαφνικά το κελί του υπέρλαμπρο φως. Σημειώνει δε: «Όχι σαν το φως της ημέρας που βλέπουμε». Και τα τρία έχουν την ίδια «ευμορφία και ωραιότητα»(ό.π.α.α,82). Έμεινε  έκθαμβος, η χαρά του δεν είχε εξαλειφθεί για πολλές ημέρες, αλλά ούτε και να περιγράψει τι συνέβη ήταν δυνατόν, αφού ο νους καταλάμπει από τη Χάρη και δεν ενεργεί τίποτα δικό του. Το ανέκφραστο κάλλος  ανταμοίβει τον ησυχαστή, που θα βρεθεί να έχει μερίδιο από το εν-απομένον. Και σε άλλη περίπτωση που εμφανίζεται η Παναγία στον ύπνο του περιγράφει ότι από τα φορέματά της «εξήρχετο άρρητος ευωδία», που του προκάλεσε απερίγραπτη μακαριότητα και για μήνες αισθανόταν την υπερκόσμιο αυτή ευωδία(ό.π.α.,105). Τι είναι αυτό το εναπομένον ευώδες που διαρκεί; Δεν μπορεί να κρύβει επιφάσεις κάλλους και συμβατικές αλήθειες, είναι αυτή η ίδια η αλήθεια φανερωμένη ως κάλλος.
Αλλά και ο  π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης διηγήθηκε κλαίγοντας:  «… ξαφνικά βλέπω τρία λαμπερά πρόσωπα να έρχονται κατ΄ επάνω μου, γέμισε φως το δωμάτιό μου, ευωδία ανέκφραστος. Η πνευματική μου αίσθησις με πληροφόρησε ότι ήταν ο Χριστός συνοδευόμενος από δύο Αγγέλους. Αισθανόμουν τέτοια χαρά και αγαλλίασιν.  Τέτοια ουράνια κατάστασιν είχα, που δεν περιγράφεται»(ό.π.α.α,174). Περιγράφει επίσης ο Γέροντας Ιωσήφ πως «ήλθε σε θεωρίαν» μέσα στο κελλί του και είδε τον Κύριο ζώντα σε φυσικό μέγεθος επί του σταυρού εν μέσω ακτίστου φωτός. Η φανέρωση του κάλλους  σε βάζει σε περιπέτειες, καθώς φαίνεται να μην συστοιχείται σε δογματικές, παγιωμένες γνώσεις. Βασίζεται στην υποκειμενικότητα, και εξ αυτού του λόγου παραμένει εύκολη λεία παρανοήσεων. Αυτό το γνωρίζουν οι Γέροντες της ακολουθίας του π.Ιωσήφ και μένουν αταλάντευτοι στην θεωρία του κάλλους, δεν σαλεύει ο νους τους, έμαθαν να ζουν με το μυστήριο «φυσιολογικά».
Γράφει, επίσης, ο π.Εφραίμ (της Αριζόνας) εμπειρίες που του εκμυστηρεύτηκε ο π. Χαράλαμπος. Τις απεκόμισε ύστερα από πολύωρη προσευχή. Λέγει λοιπόν ο π.Χαράλαμπος: «Ύστερα μου ήρθε μία αλλοίωσις!  Πω-πω-πω! Έβλεπα εκείνο το κελλί σαν παλάτι και δεν ήθελα να φύγω! Τόσο ωραίο και καλό μου φαινόταν. Το βράδυ έβλεπα τον ουρανό, την θάλασσα και δεν μπορούσα να βαστάξω τα δάκρυά μου. Δεν ήθελα πλέον να φύγω  από κει!»(ό.π.α.,366, δες και 216). Τι είναι αυτή η ασύλληπτη, η δονούσα ωραιότητα; Φως προορισμένο για ησυχαστές. Την χωρίζει άβυσσος από την πλατωνική. Βρίσκεται πέραν της λογικής, της αισθητικής και την μεταφυσικής ωραιότητα. Έρχεται από αλλού, από τον εσχατολογικό ορίζοντα, βλέπει ο Γέροντας  ταυτόχρονα το ωραίο και το καλό, υποκύπτει στην δεσποτική δύναμη του μακαρίου κάλλους, διακυβευμένη σίγουρα στάση, αλλά αυτό το κάλλος είναι το περίβλημα του Είναι του.

Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος - Καθηγητής Παιδαγωγικής Το εράσμιον κάλλος του προσώπου της ψυχής



5.3.3.5 Το εράσμιον κάλλος του προσώπου της ψυχής
Γράφει ο π.Εφραίμ πως αντίκρισε το Γέροντά του για πρώτη φορά: «… Παρ΄ότι που δεν φρόντιζε να χτενίζεται, να κόβει τα νύχια του, δηλαδή να περιποιείται τον εαυτό το σώμα του, εν τούτοις η παρουσία του είχε μια παράξενη χάρι, κάτι το επιφανές  και ένδοξο, που θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για βασιλιά! Αφού δεν πλενόταν ποτέ, μερικοί επισκέπτες περίμεναν να μυρίζει ,αλλά τους έκανε εντύπωση που όχι  μόνο δεν μύριζε, αλλά είχε και μια λεπτή ευωδία. Αυτό ήταν κάτι του υπερφυσικό, αφού πάντα δούλευε σκληρά και ίδρωνε πάρα πολύ. Το παρουσιαστικό του  ήταν γλυκύτατο. Μόλις το έβλεπες γαλήνευες .Όπως ήταν το εξωτερικό του ειρηνικό, έτσι ήταν και το εσωτερικό του. Το πρόσωπό του ήταν ιλαρό ..πολύ καλλίφωνος»(ό.π.α.,226). Αλλού δε γράφει: «…βρήκαμε Γέροντα..με Θαβώρειο Φως..»(αρχ.Εφραίμ 2007,512). Είναι αδύνατο να ατενίζεις το άκτιστο-μακάριο κάλλος ενός τέτοιου ανθρώπου και να μην τον αγαπάς. Λέγει ο Jaspers: «Αυτόν που αγαπάω, θέλω να υπάρχει. Και δεν μπορώ να ατενίσω αυτό που αυθεντικά υπάρχει, χωρίς να το αγαπήσω» (Jaspers 1983,149).
Πηγή:commons.wikimedia.org
Πηγή:commons.wikimedia.org
Αυτό ήταν λοιπόν το άκτιστο κάλλος του π.Ιωσήφ. Γράφει ο π.Εφραίμ: «Ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν ο τελευταίος μεγάλος καθηγητής της Νοεράς προσευχής. Δεν είχε μόνο την προσευχή, είχε και τη νήψι. Εισήλθε σε όλο το μυστήριο της Καρδιακής προσευχής. Ήταν γνώστης, φορέας και δέκτης του ακτίστου φωτός. Αυτή ήταν η ομορφιά….»(π.Ευφραίμ 2008,462). Ενώ δε ήταν ετοιμοθάνατος ο Γέροντας ο Σχοινάς «….είδε το πρόσωπό του να λάμπη, αλλά δεν κατάλαβε ότι η λάμψις ήταν από την Χάρι του Θεού»( ό.π.α., 442). Τον  «πρόδιδε» η μετοχή του στο άκτιστο φως, εμφανιζόταν πολλές φορές με λαμπρό πρόσωπο(Πρωτ.Χαραλαμπίσης 2007,328.- Παπαδόπουλος 2007,475- Αρχ.Καραλάζος 2007,563).
Το άκτιστο-μακάριο-αθάνατο κάλλος που εκπέμπει ο θείος φωτισμός του Γέροντα Ιωσήφ, είναι ένα φως που πλαταίνει το νου, τον καθιστά δι-ορατικό , φανερώνει και τα «πίσω από το βουνό», κατακλύζει τον ίδιο τον ησυχαστή εντός και εκτός. Κάλλος που εκπέμπει φως εξαίσιο, λευκό και άϋλο(ό.π.α.,248). «Το φως εκείνο είναι και μέσα στον άνθρωπο και το αισθάνεται σαν δική του πνοή….και τον μεταμορφώνει, έτσι, ώστε να μην ξέρει, αν έχει σώμα και βάρος ή περιορισμό τινά»(ό.π.α.248κ.εξ.). Η κατανόηση όμως του κάλλους αυτού  γινόταν, επειδή ο Γέροντας είχε ασκήσει τις αισθήσεις του(Σταμούλης ό.π.α.,349.- Δες και: Τριανταφυλλόπουλος ό.π.α.,744).
Ο Γέροντας Ιωσήφ είχε τρωθεί από το άκτιστο κάλλος, ήταν ανεξίκακος, κιας εθεωρείτο από  ορισμένους βδέλυγμα. Δεν κατετρύχετο από μικρότητες και φθοροποιές ενασχολήσεις. Είχε απορρίψει εγκεφαλικές συμπεριφορές, βασίστηκε στην ομορφιά της καρδιάς(ό.π.α.), που είναι ομορφιά  μακαρίου κάλλους και δεν αφήνει κηλίδα για κηλίδα στο σώμα και στην ψυχή. Εάν διαβάσεις με προσοχή το βιβλίο του π.Παϊσίου «Αγιορείται Πατέρες» (2008(13)) βρίσκεις πολλά σαρκωμένα παράδειγμα, όχι διανοητικές συλλήψεις,  ησυχαστές που ελατόμησαν ήθος και άρρητη ομορφιά. Γράφει για τον παπά- Τύχωνα: «Ό,τι παλιό φορούσε ή ασουλούπωτο, δεν φαινόταν άσχημο, γιατί ομόρφαινε και αυτό από την εσωτερική ομορφιά τα ψυχής  του (ό.π.α.,20).Επίσης, ότι είχε «πνευματική αρχοντιά», ενώ στα υστερνά του είχε γίνει «ολόλευκος εσωτερικά και εξωτερικά»(ό.π.α.,33). Ενώ μιλούσε για το Άγιο Πνεύμα αλλοιωνόταν το πρόσωπό του και πολλοί ευλαβείς άνθρωποι έβλεπαν την αλλοίωσή του(ό.π.α.,33).  Και για τον γέροντα Αυγουστίνο σημειώνει ο π.Παϊσιος, ότι η μορφή του ήταν «φωτεινή», γιατί τον είχε ζώσει η Χάρις του Θεού(ό.π.α.,88), καθώς επίσης ότι  είχε νιώσει «ανέκφραστη γλυκύτητα»(ό.π.α.,75). Και για τον γέροντα Φιλάρετο, επίσης, λέγει ότι είχε ένα «φωτεινό πρόσωπο»(ό.π.α.,88).Αλλά ο γέρο-Κωνσταντίνος το ίδιο, είχε «λαμπερό πρόσωπο»(ό.π.α.,91), ενώ ο άγνωστος Αναχωρητής – ένας από τους αφανείς Αναχωρητές του Άθω – είχε και αυτός «φωτεινό πρόσωπο» και «ακτινοβολούσε»(ό.π.α.,47). Αυτοί οι Γέροντες-αδελφοί του π.Ιωσήφ, αυτοί οι ησυχαστές, ίνα μη λέγων ερεσχελώ, πληρούν το χωροχρόνο μας  με  την «άφατον του μέλλοντος αιώνος δόξαν τε και λαμπρότητα»(αγ.Μάξιμος, ό.π.α.,122), Ο Κύριος ενώτισε τη δέησή τους, καθιστώντας την εσχατολογική ωραιότητα δώρημά  μας ήδη από του νυν. Έτσι  σημαίνεται από του νυν η ελευθερία του Ακτίστου από κάθε φυσικό καταναγκασμό: μήπως και εκείνο το επιθανάτιο μακάριο χαμόγελο του π.Ιωσήφ Βατοπαιδινού, πνευματικού τέκνου του ησυχαστή Ιωσήφ, δεν μας πορθμεύει πέραν κάθε νομοτέλειας και φυσικού περιορισμού στη χώρα του  ακτίστου κάλλους; Μήπως αυτό το άκτιστο κάλλος δεν φέρνει στο νου μας τον Ψαλμό: ανακαινιείς το πρόσωπον της γης(103ος,30).
Αυτή η αποδέσμευση από το κτιστό και ζοφερό είναι το θεμέλιο του ακτίστου κάλλους στην ορθόδοξη παράδοση και προφανώς είναι αβυσσαλέα η διαφορά του από το πλατωνικό. Βλέπεις τη λάμψη ενός θεομένου ησυχαστή, που είναι επίγειο κάλλος της αγιότητας, μυστικό φως που αναδύεται από κάποιο βάθος, υπεράνω των χωροχρονικών κατηγοριών όπως στην βυζαντινή αγιογραφία, όπου καταργούνται προοπτική και νατουραλισμός. Έτσι ο ησυχασμός καθίσταται μια μοναδική θεο-λογία. Το κάλλος του είναι αγιοκεντρικό, εράσμιο κάλλος, αποτέλεσμα της καλής αλλοίωσης, της σταύρωσης της σάρκας, όχι του σώματος. Η εμπειρία του ησυχαστή είναι επαληθεύσιμη εμπειρία, Δεν «θεωρεί» ο ησυχαστής με το νου, αλλά ακόμα – ακόμα και με αυτά τα σαρκικά μάτια (αρχ.Αιμιλιανός 2010(2),44).Απολαμβάνει το μακάριο κάλλος και το χαίρεται με μιαν οντολογική χαρά. Αλλά και εμείς με τη σειρά μας δεν βλέπουμε την ωραιότητα του προσώπου του, αλλά εκείνη του προσώπου της ψυχής του, βλέπουμε την ομορφιά που υπάρχει στην καρδιά των όντων και ζητά την καρδιά μας(π.Καρδαμάκης χχ,39).
Ο Γέροντας Ιωσήφ εδαψίλεψε στους υποτακτικούς του την αίγλη που δεξιώθηκε από το άκτιστο-μακάριο-αμήχανο κάλλος, με άλλα λόγια αιωνιότητα. Νοημάτισε έτσι τον επίγειο βίο τους και τους ετοίμασε για την όντως ζωή. Αταλάντευτος και άρρυπος, σφριγηλός στη σκέψη και στην πράξη, επειδή διέθετε το φωτισμό του ακτίστου κάλλους, έδρεψε από αυτό την μερίδα της αλήθειας που του αναλογούσε. Και αυτές ακόμα οι  λεκτικές «ριπές» που εκστόμιζε(ο π.Εφραίμ τις διηγείται τόσο χαριτωμένα!) σε καμιά στιγμή δεν δημιουργούσαν ζόφο, δεν μπορούσα να ψύξουν τη φλόγα των υποτακτικών του, στους οποίους είχε ωριμάσει η συνείδηση της αθανασίας και η επίγνωση της αιωνιότητας μέσα από τη συνείδηση της εγκατάλειψης, κλασικό πλέον παράδειγμα ο άγιος Σιλουανός. Ύπαρξη που ωδυνάται χωρίς μεταπτώσεις είναι ο Γέροντας Ιωσήφ. Το μακάριο κάλλος ηχεί στους μυχούς των υποτακτικών του ευφρόσυνα την αφθαρσία του προσλήμματος. Οπόταν, αυτό κι αν είναι μακάριο κάλλος!

Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος - Καθηγητής Παιδαγωγικής Η γλυκύτητα του ησυχαστικού βλέμματος στα πράγματα



5.3.3.6  ….Ορώμεν γλυκύτητα: γεύσις η βλέπουσα
Η σύγκραση ακτίστου-κτιστού στο πρόσωπο του Γέροντα Ιωσήφ δεν έχει άλλα ανώτερα χαρακτηριστικά παρά το μακάριο κάλλος. Τονίζουμε τη σύγκραση, γιατί μόνον  αυτή κυριολεκτεί, όταν μιλάμε για μετοχή του κτιστού στο Άκτιστο. Αυτή δείχνει τη διαφορά του ησυχαστικού από το πλατωνικό, και κάθε άλλο, αμήχανον κάλλος. Στο πλατωνικό αμήχανον κάλλος δεν έχουμε «μετοχή» στο Άκτιστο, στο ζώντα Κύριο, αλλά στο αγαθό ή σε κάτι «θείο». Στο άκτιστο-μακάριο-αθάνατο έχουμε άλλου είδους όραση.
Silenceglyk2
Πηγή: commons.wikimedia.org
Τι βλέπουμε εντέλει; «Πρώτον τη γλυκύτητα του Θεού. Ο Θεός είναι πλέον για μας όχι ο μέγας απών αλλά ο μέγας παρών. Αρχίζομε να ορώμεν γλυκύτητα…η γλυκύτης είναι τόσο δυνατή, ώστε μας λούζει. Όπως όταν βλέπεις κάτι γλυκό, σε μεθά, το ίδιο  μέθυσμα αισθάνεσαι και εδώ»(Αρχ. Αιμιλιανός ό.π.α.,48).Συμμετέχουμε όμως και εμείς(εφόσον είμαστε ικανοί, διαφορετικά μπορεί και να χαθούμε!), βλέπουμε και της δικής μας ψυχής την γλυκύτητα, να όπως παίρνουμε  άρωμα από το λείψανο ενός αγίου(ό.π.α.), πρωτίστως δε από την Παναγία: « ..και  ο καρπός σου  γλυκασμός εν λάρυγγι»(άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός ό.π.α., 132). Αλλού δε θα σημειώσει για την Θεοτόκο: «ως ωραιώθης και ως ηδύνθης»(ό.π.α.,134).  Η ύπαρξη που απολαμβάνει το άκτιστο κάλλος έχει ό, τι εκείνος που γνώρισε το Χριστό, δηλαδή διαρκώς ηρεμία, ειρήνη, νοιώθει ασφάλεια, «έχει κάτι το αλόγιστο, κάτι το «παράλογο», διότι αυτά δεν είναι καταστάσεις της απλής καθημερινής ζωής»( Αρχ. Αιμιλιανός ό.π.α.,33).
Η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, κείμενα που παραπέμπουν σε βιβλιογραφία, ακόμα-ακόμα και όταν είναι εξαιρετικά δείγματα συστηματικής-μεθοδολογικής συνέπειας και γλωσσικής αρτιότητας, αδυνατούν να περιγράψουν αυτή τη μετοχή. Η διάνοια και η διαίσθηση στομώνουν, ούτε σκιώδη περιγραφή δεν μπορούν να κάνουν(π.Εφραίμ,ό.π.α.,208). Δεν πρόκειται για υποκειμενικές διαισθήσεις, ενοράσεις και ψυχολογικές προβολές(ό.π.α.). Δεν πρόκειται  για «θέαμα εξωτερικό και πρόσκαιρο αισθητικό κατηγόρημα», αλλά πολύ περισσότερο «για δύναμη που σώζει τον κόσμο»(αρχ.Γοντικάκης 2005,1). Πρόκειται, επίσης, για «θεία τρέλλα»(π.Παϊσιος 2008,48). Για κάλλος που ελευθερώνει από το χρόνο, όχι για απλή γλυκυθυμία. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη αυτό το φοβερό κάλλος είναι αιτία δημιουργίας του φωτός και του κάλλους των πάντων, ο Θεός είναι κάλλος (άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης), μας μεταδίδει το κάλλος και δημιουργεί ευαρμοστία και λαμπρότητα των  πάντων(Αγ.Νικόδημος 2006, 336 κ.εξ.). Γι΄ αυτό και το πρόσωπο του Μωυσή, που μετέλαβε εκείνο το κάλλος κατά την ομιλία του με το Θεό, δοξάστηκε(ό.π.α.,341).
Και η προφορική και η γραπτή ορθόδοξη παράδοση το απέδωσαν ορισμένες φορές επιστρατεύοντας το «γλυκύ». Είναι μια κατηγορία που δεν εξέλειπε  μέχρι σήμερα από την αισθητική μας γλώσσα. Υπερβαίνει η ακτίνα της κάθε περιορισμό στη γεύση, από την οποία προέρχεται και συχνά χαρακτηρίζει εκτός από το πρόσωπο, ή τη φωνή, τον όλο άνθρωπο. Για παράδειγμα, ο Ιησούς είναι «γλυκύτατος», ο παράδεισος είναι «γλυκός» (π.Παϊσιος 2008(13),32), ενώ κατά τον άγιο Νικόδημο η θεωρία του θεϊκού κάλλους είναι γλυκύτερη από την θεωρία των άλλων προσόντων του Θεού. Το κάλλος των εμψύχων και αψύχων έλκει περισσότερο την καρδιά μας, αφού «ο οφθαλμός επιθυμεί να βλέπει χαριτωμένες μορφές και με σωματικό κάλλος» (Σοφ.Σειρ. 40,22), αλλά η θεωρία, τόσο η λεγόμενη κατά παραδοχή, όσο και η κατ’ επιβολή, του θείου κάλλους είναι γλυκύτερη και πιο ποθητή από όλες τις τελειότητες του Θεού, «πληγώνει και διαπερνά την καρδιά των οστών με τόξα» (ό.π.α.,340).
Το κάλλος αυτό μας κοινωνείται από όσους δοκίμασαν και λαβώθηκαν, λέγει ο άγιος Νικόδημος. Λαβωνόμαστε και εμείς, σαν τους ακούσουμε,  από τα ερωτικά και ενθουσιαστικά τους λόγια(άγιος Νικόδημος ό.π.α.). Μας παραπέμπει ο αυτός άγιος στον άγιο Βασίλειο: «Ποίον τώρα είναι θαυμαστότερον από το θείον κάλλος»(ό.π.α.). Κάλλος που δεν συγκρίνεται με το φως του ήλιου και είναι αόρατο στους σαρκικούς οφθαλμούς. Είναι όμως κατανοητό από την ψυχή και το πνεύμα αγίων- άφησε μέσα τους το κεντρί του πόθου-, και από τον καθαρό νου(ό.π.α.,341). Λέγει δε ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ποιος μπορεί να μην ερωτευθεί τέτοιο κάλλος και ας έχει μόνο έναν οφθαλμό την ώρα, για να μπορεί να το ατενίζει;»(ό.π.α.). Όμως, εμείς από το θείο κάλλος αντιλαμβανόμαστε απειροελάχιστο ποσοστό και έχουμε  τόση γνώση αυτού του κάλλους, «το οποίο θεωρείται ως πρώτο αγαθό και το επέκεινα κάθε αγαθού», όση η μικρή σταγόνα από τις αβύσσους και η μικρή σπίθα από μεγάλες ακτίνες του ήλιου(ό.π.α.). Κατά δε τον άγιο Κάλλιστο ο νους, εφόσον ανεβεί «προς το ένα»(Παρμενίδης και Πλωτίνος επί τω έργω), που είναι υπεράνω της διάνοιας, δεν μπορεί να μην το ερωτευθεί. Διότι από αυτό προκύπτει το κάλλος το άρρητο και ακατάληπτο και ο νους  κινδυνεύει να «σχισθεί» από τις θείες εκλάμψεις, όπως το δίχτυ από τα πολλά ψάρια(ό.π.α.).
Αυτό το υπεράνω του νου κάλλος σε μεθά όπως το κρασί και σε κάνει να παραφρονείς, όπως ο τρελός, δεν αντέχεις να το βλέπεις, είναι θέαμα υπέρκαλο του εξαίσου κάλλους(ό.,π.α.342). Ο π.Παϊσιος γράφει για τον παπά-Τύχωνα ότι  είχε «ανάψει πια η φλόγα του θείου έρωτος μέσα στην καρδιά του»(π.Παϊσιος,ό.π.α.,28). Και ο ιερός Αυγουστίνος: «Αργά σε αγάπησα, κάλλος αρχαιότατο και νεότερο μαζί»(ό.π.α.,343).Μήπως και ο Γέροντας Ιωσήφ δεν έγραψε «Ερωτικά» προς τον Ιησού(Νικολαίδης 2007,642), μεθυσμένος από αυτό το άρρητο-άκτιστο-μακάριο-αθάνατο αμήχανο κάλλος;
Ο Γέροντας ορά εντός του ακτίστου κάλλους, χάρη στην  ετοιμότητα δεξίωσης του, την οποία απέκτησε με την άσκηση και τη θεία Χάρη, κάτι Νέο που  μέχρι πριν ήταν αόρατο και αδιανόητο.  Κάτι υπέρλογο, με το οποίο η όλη ύπαρξή του, η σωματικότητά του, αποδεσμεύεται από την ειρκτή των αισθήσεων, από το στείρο νοητικό μετεωρισμό, και βλέπει τα πάντα με φρεσκαρισμένο βλέμμα, με άλλα μάτια. Τι είναι αυτό που «βλέπει»; Είναι μια, με όλη την αμφισημία της (και, γιατί όχι, σε αντιστοίχιση με την «αποκαλυμμένο μυστικό» («offenbaren Geheimnis»),  του Goethte)(Kümmel 2013,206), κρυπτόφαντη γλυκύτητα: βρίσκεται δηλαδή ενώπιον όλων μας, αλλά αποκαλύπτεται μόνον από τον ησυχαστή, του γλυκαίνει το νου, ωστόσο, αν και ορώμενη, παραμένει μυστήριο. Μάλλον δε, ακριβώς επειδή  όντως βρίσκεται μπροστά στα μάτια του, είναι μυστήριο! Διαφέρει πάντως ενετελώς από εκείνη την αποκάλυψη των ομηρικών θεών («αριγνώται»), η οποία επιβάλλεται στους ανθρώπους (Bowra ό.π.α.,284). Συνειδητοποιεί  ο ησυχαστής ότι καρπώνεται μια άλλου είδους γλυκύτητα, την οποία δεν την φτιάξαμε εμείς. Και όσο πιο πολύ το βλέμμα του εντείνει την προσπάθειά του, τόσο και πιο βαθύτερα τον συγκλονίζει το μυστήριό της, τόσο και πιο πολύ παίρνει με άφραστη βεβαιότητα για τις επιλογές του (θυμηθείτε πόσο πείσμων ήταν ο Γέροντας στη διαφωνία  του με τους Παλαιοημερολογίτες!) και τόσο πιο πολύ ελεύθερος γίνεται  από επιθυμίες, όχι όμως από «επιθυμητότητα».  Μακράν κάθε ψευδαίσθησης και αυθυποβολής περιμένει Κάποιον, κοντεύει να σπάσει η καρδιά του από τον πόθο, «βρήκε» γλυκασμό. Δεν βλέπει μόνον εσένα ή εμένα, αλλά όλο το ανθρώπινο γένος, χωράνε μέσα  του όλοι.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος Περί ενανθρωπήσεως (Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου)



Ανόητος όποιος του Θεού το βασιλιά Λόγο αιώνιο
σαν τον ουράνιο ισόθεα δεν προσκυνάει Πατέρα.
Ανόητος κι όποιος σα θνητό στη γη το βασιλιά Λόγο
ισόθεα δεν τον προσκυνά σαν τον ουράνιο Λόγο.
Μόνο ή χωρίζει απ’ τον τρανό Πατέρα του το Λόγο
ή από το Λόγο τη μορφή του ανθρώπου και τη σάρκα.
Θεός ήταν κι έγινε όμοιός μας ο Λόγος του Πατέρα,
όντας σμιχτός με τους θνητούς το Θεό μ’ αυτούς να σμίξει. Θεός ένας κι απ’ τα δυο θνητός όσο για να με δείξει
εμένα Θεόν από θνητόν. Έλεος, χτυπιέμαι, Θεέ μου.
Τόσο από εμέ. Τί να ζητώ σμίξη άφραστη και νόημα.
Στο λόγο σας για το Θεό – θνητοί – δεχτείτε μέτρο.
Αν πρώτος το φυλάξω εγώ, το κάλλιο είναι. Μ’ ανίσως
με λέξεις αναρίθμητες μαυρίζεις τα χαρτιά σου
δώσ’ μου δυο αράδες σύντομες σ’ αυτά να σου χαράξω
με γράμματα απ’ την πέννα μου, που το μελάνι εσώθη.
(Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, ΕΠΕ, τ. 8ος, σ. 321)