Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος εις τα Θεοφάνια, δηλαδή τη Γέννηση του Σωτήρος



Ο Χριστός γεννάται, ας τον δοξάσετε· ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, προϋπαντήστε τον· ο Χριστός βρίσκεται  στη γη,υψωθείτε. «Δοξολογήστε τον Κύριο, όλη η  γη· και, για να τα πω και τα δύο με μία λέξη, ας ευφρανθούν οι ουρανοί και ας νιώσει αγαλλίαση η γη για τον ουράνιο ο οποίος έγινε επίγειος. Ο Χριστός σαρκώθηκε, νιώστε αγαλλίαση από χαρά και τρόμο. Από τρόμο εξαιτίας της αμαρτίας· από χαρά εξαιτίας της ελπίδας. Ο Χριστός γεννήθηκε από την Παρθένο. Γυναίκες·, παραμένετε παρθένοι για να γίνετε μητέρες του Χριστού. Ποιός δεν αποδίδει λατρεία σ’ εκείνον που υπήρχε απ’ την  αρχή; Ποιός δεν δοξολογεί εκείνον που  εμφανίστηκε τώρα τελευταία;

Η Βάπτισις του Χριστού Ι.Μ. Μεγάλου Μετεώρου
     Πάλι διαλύεται το σκοτάδι, πάλι εμφανίζεται το φως… Ο λαός, ο οποίος κάθεται  στο σκοτάδι ας δει το λαμπρό φως της κατανοήσεως των θείων μυστηρίων. «Τα παλαιά έχουν περάσει· όλα έχουν γίνει νέα». Το γράμμα υποχωρεί ενώ το πνεύμα αναδεικνύεται. Οι σκιές  απομακρύνονται και έρχεται  στη θέση τους η αλήθεια. Ο τύπος του Μελχισεδέκ εκπληρώνεται. Ο αμήτωρ  γίνεται απάτωρ. Ήταν αμήτωρ προηγουμένως και τώρα γίνεται απάτωρ. Οι φυσικοί νόμοι καταλύονται. Ο ουράνιος κόσμος πρέπει να συμπληρωθεί. Ο Χριστός διατάζει, ας μην αντιστεκόμαστε. «Όλοι οι λαοί χειροκροτείστε» επειδή γεννήθηκε σε μας παιδί, μας δόθηκε υιός,  στους ώμους του οποίου βρίσκεται η εξουσία (διότι εξυψώνεται μαζί με το σταυρό) και ονομάζεται «αγγελιαφόρος μεγάλης θελήσεως» (της θελήσεως του Πατέρα). Ο Ιωάννης θα βροντοφωνήσει: «ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου»! Και εγώ θα διαλαλήσω τη σημασία της ημέρας: Ο άσαρκος παίρνει σάρκα. Ο Λόγος ενώνεται με την ύλη. Ο αόρατος γίνεται ορατός. Εκείνος τον οποίον δεν μπορούσε να αγγίσει κανείς, μπορεί να ψηλαφηθεί. Ο άχρονος αποκτά αρχή. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου, «ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήταν χθες, είναι σήμερα και θα παραμείνει ο ίδιος στους αιώνες»…
    Σήμερα η πανήγυρις είναι τα Θεοφάνια, δηλαδή η Γέννηση. Διότι λέγονται και τα δύο, επειδή για ένα και το αυτό πράγμα υπάρχουν δύο ονόματα. Διότι ο Θεός φανερώθηκε  στους ανθρώπους με τη γέννηση. Και υπήρχε μεν πριν, και υπήρχε πάντοτε, προερχόμενος από αυτόν που πάντοτε υπήρχε, πάνω από κάθε αιτία και λογική (επειδή δεν υπήρχε λόγος ανώτερος από το Λόγο), αλλά μετά πήρε σώμα για χάρη μας, για να μας χαρίσει την ευτυχισμένη ύπαρξη, εκείνος ο οποίος μας έδωσε την ύπαρξη, ή, καλύτερα, για να μας επαναφέρει με τη σάρκωσή του  στην ευτυχισμένη ύπαρξη από την οποίαν είχαμε απομακρυνθεί εξαιτίας της κακίας μας. Και στην μεν εμφάνιση δίνεται το όνομα Θεοφάνια, στη  γέννηση, Γενέθλια.
     Αυτό είναι για μας το νόημα της πανηγύρεως και αυτό εορτάζουμε σήμερα: Τον ερχομό του Θεού στους ανθρώπους, για να έλθουμε να μείνουμε κοντά στο Θεό, ή για να επανέλθουμε (διότι έτσι νομίζω ότι είναι σωστότερο να λεχθεί), για να ενδυθούμε τον νέον άνθρωπο, αφού εγκαταλείψουμε τον παλαιό. Και όπως έχουμε πεθάνει μαζί με τον Αδάμ, έτσι ας ζήσουμε μαζί με τον Χριστό. Ας γεννηθούμε μαζί του, ας συσταυρωθούμε και ας ταφούμε μαζί του, για ν’ αναστηθούμε με την ανάστασή του. Διότι πρέπει να υπομείνω την αντίστροφη πορεία, η οποία οδηγεί στο αγαθό. Και όπως από τα πιο ευχάριστα ήλθαν τα δυσάρεστα, έτσι και από τα δυσάρεστα να επανέλθουν τα πιο ευχάριστα. «Διότι εκεί που αυξήθηκε σημαντικά η αμαρτία, εκεί δόθηκε πλουσιοπάροχα και η χάρη». Και αν η γεύση έφερε την καταδίκη, δεν δικαίωσε, περισσότερο το πάθος του Χριστού; Ας εορτάσουμε επομένως όχι με δημόσιες πανηγύρεις, αλλά με τρόπο θεϊκό. Όχι με τρόπο κοσμικό, αλλά με τρόπο υπερκόσμιο. Όχι τα δικά μας, αλλά περισσότερο τα του Κυρίου. Όχι τα σχετικά με την ασθένεια, αλλά τα σχετικά με τη θεραπεία. Όχι τα της δημιουργίας, αλλά τα της αναδημιουργίας…
     Εμείς δε οι οποίοι προσκυνούμε τον Λόγο, ακόμη και αν θα πρέπει να απολαύσουμε κάτι, ας το απολαύσουμε με τη λογική  και το θείο νόμο και με αφηγήσεις αναφερόμενες και σε άλλες αλλά και στη σημερινή  πανηγύρι , για να είναι αρμόζουσα η απόλαυση και να μην απομακρύνεται από εκείνον που μας έχει συγκεντρώσει για να πανηγυρίσουμε…   Καθαρίστε για χάρη μου και το νου και την ακοή και τη διάνοια, όσοι ασχολείστε με αυτά τα πράγματα (επειδή ο λόγος αναφέρεται  στο Θεό και είναι θείος), για να αναχωρήσετε αφού θα έχετε ασχοληθεί πραγματικά με εκείνα τα οποία δεν τελειώνουν ποτέ. Θα είναι δε ο λόγος μου πλήρης αλλά συγχρόνως  πολύ σύντομος, ώστε, ούτε να σας λυπήσει με τις ελλείψεις του, ούτε και να γίνει ανιαρός εξαιτίας του κορεσμού, που τυχόν θα σας έφερνε.
      Ο Θεός υπήρχε μεν πάντοτε και υπάρχει, ή, καλύτερα, υπάρχει πάντοτε. Διότι το «υπήρχε» και «θα υπάρχει», είναι τμήματα του χρόνου και της φθαρτής φύσεώς μας. Ο όρος όμως «ο υπάρχων» εκφράζει το αιώνιο, και με αυτόν αυτοτιτλοφορείται όταν εμφανίζεται στον Μωϋσή πάνω στο όρος. Διότι έχει συγκεντρώσει και διατηρεί όλη την «ύπαρξη», η οποία ούτε άρχισε ποτέ, ούτε και θα λήξει ποτέ, σαν κάποιος απέραντος και απεριόριστος ωκεανός ουσίας, ο οποίος ξεπερνά κάθε έννοια  και του χρόνου και της φύσεως, και ο οποίος μπορεί να σκιαγραφηθεί κάπως μόνο με το νου. Και από αυτόν πάλι μόνο πολύ αμυδρά και περιορισμένα, όχι από την ουσία του, αλλά από εκείνα τα οποία βρίσκονται γύρω του, για να σχηματισθεί από την συγκέντρωση των διαφόρων εξωτερικών φαινομένων μία κάποια εικόνα της αλήθειας, η οποία χάνεται προτού προλάβουμε να την κρατήσουμε, και εξαφανίζεται προτού μπορέσουμε να την συλλάβουμε με το νου. Η εικόνα δε αυτή λάμπει  στο νου μας, και μάλιστα μόνον όταν αυτός είναι καθαρός, όπως η αστραπή που διαρκεί ελάχιστα. Νομίζω δε (ότι γίνεται αυτό) από την μια μεριά μεν για να προσελκύει με εκείνο που μπορεί να γίνει κατανοητό (διότι το τελείως ακατανόητο απογοητεύει και εξουδετερώνει κάθε διάθεση προσεγγίσεως), από την άλλη δε για να προκαλεί το θαυμασμό με το ακατανόητο· με το θαυμασμό να δημιουργεί περισσότερο πόθο, με τον πόθο να καθαρίζει, και με την κάθαρση να κάνει το νου μας θεόμορφο. Αφού γίνουμε δε τέτοιοι, τολμώ να το πω, να συναναστρεφόμαστε με το θείο σαν συγγενείς. Ο Θεός να ενώνεται και να επιτρέπει να τον γνωρίσουν θεοί, και μάλιστα τόσο πολύ, όσο γνωρίζει κιόλας εκείνους τους οποίους γνωρίζει. Είναι λοιπόν άπειρο το θείο και δυσκολονόητο. Το μόνο δε το οποίον είναι κατανοητό απ’ αυτό είναι το ότι είναι άπειρο, έστω και αν θα νομίζει κάποιος ότι είναι απλής φύσεως ή ολοκληρωτικά  ακατανόητο, ή τελείως κατανοητό. Διότι πώς θα επιθυμήσουμε κάποιον που είναι απλός από τη φύση του; Η απλότητα λοιπόν δεν αποτελεί τη φύση του, όπως και στα σύνθετα τη φύση τους δε αποτελεί μόνο το ότι είναι σύνθετα.
         Επειδή δε το άπειρο εξετάζεται από δύο πλευρές, από την αρχή δηλαδή και το τέλος (διότι ό,τι ξεπερνά τα όρια αυτά και δεν περιορίζεται μέσα σ’ αυτά είναι άπειρο), όταν μεν στραφεί ο νους προς το ουράνιο βάθος, επειδή δεν έχει που να σταθεί για να στηρίξει τα εξωτερικά γνωρίσματα με τα οποία αντιλαμβάνεται το Θεό, ονομάζει το άπειρο και το αδιέξοδο που προκύπτει από αυτά άναρχο. Όταν δε στραφεί  στα επίγεια και τα μέλλοντα, το ονομάζει αθάνατο και άφθαρτο. Όταν δε εξετάσει τα πάντα, το ονομάζει αιώνιο. Διότι αιώνας δεν είναι ούτε χρόνος, ούτε κάποιο τμήμα του χρόνου (διότι δεν μετριέται). Αλλ’ ό,τι είναι για εμάς ο χρόνος, που μετριέται με την περιφορά του ηλίου, αυτό είναι για τα αιώνια ο αιώνας, ο οποίος επεκτείνεται μαζί με τα όντα, σαν κάποιο χρονικό κίνημα και διάστημα. Σ’ αυτά λοιπόν ας αρκεσθεί η τωρινή, μου φιλοσοφική ενασχόληση με το Θεό. Διότι δεν υπάρχει χρόνος γι’ αυτά, επειδή εκείνο το οποίον έχουμε να εξετάσουμε είναι η οικονομία και όχι η θεολογία. Όταν δε λέω Θεό, εννοώ τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Και η θεότητα  ούτε διαχέεται πέρα απ’ αυτά, για να μην παραδεχθούμε πολλούς θεούς, ούτε περιορίζεται σε ένα απ’ αυτά, για να μην κατηγορηθούμε ότι δεχόμαστε πτωχή θεότητα, και να μην μας πουν ούτε ιουδαΐζοντες εξαιτίας της μονοθεΐας, ούτε ειδωλολάτρες εξαιτίας της πολυθεΐας. Διότι και στα δύο υπάρχει το ίδιο κακό, έστω και αν βρίσκεται μέσα σε αντίθετα πράγματα. Έτσι λοιπόν τα Άγια των Αγίων, τα οποία δεν αποκαλύπτονται ούτε στα ίδια τα σεραφείμ, και τα οποία δοξάζονται με τον τρισάγιο ύμνο, συγκεντρώνονται σε μία αρχή και μία θεότητα, πράγμα που έχει εξετάσει κατά τρόπον άριστο και υψηλό και κάποιος άλλος από τους πριν από εμάς.
         Επειδή όμως δεν ήταν αυτό αρκετό στην αγαθότητα, το να κινείται μόνο με τη σκέψη της, αλλά έπρεπε να διασκορπισθεί το αγαθό και να εξαπλωθεί, εις τρόπον ώστε να γίνουν περισσότερα τα ευεργετούμενα (διότι αυτό αποτελεί απόδειξη της άπειρης αγαθότητας),  κατ’ αρχήν μεν δημιουργεί με τη σκέψη τους αγγέλους και τις ουράνιες δυνάμεις. Και η σκέψη γίνεται έργο που συμπληρώνεται από το Λόγο και ολοκληρώνεται από το Πνεύμα. Και έτσι δημιουργήθηκαν δεύτερες λαμπρότητες, υπηρέτες της πρώτης λαμπρότητας, τις οποίες πρέπει να θεωρήσουμε είτε νοερά πνεύματα, είτε πυρ κατά  κάποιο τρόπον άϋλο και ασώματο, είτε ως κάποια  άλλη φύση, η οποία να ταιριάζει όσο το δυνατόν περισσότερο προς τα λεχθέντα. Θέλω μεν να πω ότι δεν μπορούν να κινηθούν προς το κακό, και ότι μόνο προς το καλό μπορούν να βαδίσουν, επειδή βρίσκονται γύρω από το Θεό και φωτίζονται πρώτα απ’ αυτόν (διότι ο φωτισμός των επιγείων αποτελεί δεύτερο φωτισμό). Με αναγκάζει όμως να θεωρήσω και να πω, ότι δεν είναι ακίνητοι άλλα μόνο δυσκίνητοι, ο Εωσφόρος, ο οποίος ονομάσθηκε  έτσι εξαιτίας της λαμπρότητάς του και ο οποίος έγινε σκοτάδι εξαιτίας της υπερηφάνειας του, και οι δυνάμεις οι οποίες αποστάτησαν από την αρχηγία του, οι οποίες δημιούργησαν το κακό με την απομάκρυνση από το καλό και το προκάλεσαν και σε μας.
         Έτσι λοιπόν και για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε απ’ αυτόν ο νοητός κόσμος,  ώστε να μπορώ εγώ να εξετάζω τα πράγματα αυτά, καταμετρώντας με τον μικρό λόγο μεγάλα πράγματα. Επειδή δε τα πρώτα ήταν καλά γι’ αυτόν, εννοεί (και δημιουργεί) δεύτερο κόσμο, υλικό και αόρατο (αυτός δε ο κόσμος είναι το οργανωμένο σύστημα και σύνολο του ουρανού και της γης και αυτών που βρίσκονται μεταξύ τους, αξιέπαινο μεν για την τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, αλλά ακόμη  αξιέπαινο εξαιτίας του ταιριάσματος και της αρμονίας που δημιουργείται απ’ όλα αυτά, τα οποία ταιριάζουν το ένα με το άλλο και όλα μεταξύ τους, για να συμπληρώσουν ένα αρμονικό σύνολο), για να αποδείξει ότι μπορεί να φέρει  στην ύπαρξη όχι μόνον φύση όμοια προς αυτόν αλλά και τελείως διαφορετική  από αυτόν. Διότι είναι μεν όμοια προς τη Θεότητα τα πνευματικά όντα, τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με το νου, αλλά ταυτο­χρόνως είναι τελείως διαφορετικά τα όντα τα οποία γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, και ακόμη περισσότερο διαφορετικά απ’ αυτά είναι εκείνα τα οποία είναι τελείως άψυχα και ακίνητα. «Αλλά τί μας ενδιαφέρουν αυτά;», θα μπορούσε να πει κάποιος από τους πολύ φιλέορτους και ενθουσιώδεις πιστούς. «Σπιρούνισε το πουλάρι, για να φθάσουμε στο τέρμα». «Μίλησέ μας για την εορτή και για εκείνα για τα οποία έχουμε συγκεντρωθεί σήμερα». Αυτό λοιπόν και θα κάνω, έστω και αν άρχισα κάπως από υψηλοτέρα πράγματα, επειδή με παρακινούσε ο πόθος και με παρέσυρε η ρύμη του λόγου.
     Ο νους μεν λοιπόν και η αίσθηση, τα οποία διαχωρίστηκαν με αυτό τον τρόπο το ένα από το άλλο, παρέμειναν το καθένα μέσα στη φύση τους και έφεραν μέσα τους το μεγαλείο του δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί εγκωμιαστές  και μεγαλόφωνοι κήρυκες του μεγαλουργήματος. Δεν υπήρχε δε ακόμη κράμα και από τα δύο, ούτε κάποια ένωση των αντιθέτων, δείγμα ανώτερης σοφίας και της ποικιλίας των φύσεων, ούτε ήταν γνωστός όλος ο πλούτος της αγαθότητας. Επειδή δε ο δημιουργός Λόγος αυτό ακριβώς το πράγμα ήθελε να δείξει και να παρουσιάσει ένα ον από την ένωση και των δύο (της αόρατης δηλαδή και της ορατής φύσεως), δημιούργησε τον άνθρωπο. Και αφού έλαβε μεν από την ύλη, που υπήρχε ήδη, το σώμα, και αφού έβαλε σ’ αυτό την πνοή του (την οποίαν ο λόγος ορίζει ως νοερά ψυχή και εικόνα του Θεού), τον τοποθέτησε στη γη σαν δεύτερο κόσμο, κατά κάποιο τρόπο, μεγάλο  μέσα στη μικρότητά του, σαν άλλον άγγελο, σαν μικτό προσκυνητή, φύλακα της ορατής κτίσεως και ιερουργό της αοράτου, βασιλιά όσων  βρίσκονται  στη γη και ταυτοχρόνως κυβερνώμενο από τον ουρανό, επίγειο και ουράνιο, προσωρινό και αθάνατο, ορατό και εννοούμενο, βρισκόμενο  στο μέσο μεταξύ ταπεινότητας και μεγαλείου· τον ίδιο πνεύμα και σάρκα. Πνεύμα για χάρη του και σάρκα για να μπορεί να εξυψώνεται. Το μεν ένα για να ζει και να δοξάζει τον ευεργέτη, το δε άλλο για να υποφέρει, να θυμάται και να διαπαιδαγωγείται από το πάθος του, επιδιώκοντας να ανυψωθεί προς το μεγαλείο. Ύπαρξη που διαμένει μεν στη γη,  αλλά μεταβαίνει σε άλλο κόσμο, και σαν τέλος του μυστηρίου γίνεται θεός από την επιθυμία του προς αυτόν. Διότι σ’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, οδηγεί η μέτρια λάμψη της αλήθειας, η οποία παρουσιάζεται στη γη,  στο να δούμε δηλαδή και να αισθανθούμε τη λαμπρότητα του Θεού, η οποία είναι αντάξια προς εκείνον ο οποίος μας συνέθεσε, και ο οποίος θα μας διαλύσει και θα μας συνθέσει πάλι κατά τρόπο ακόμη πιο ένδοξο.
        Και τον τοποθέτησε  στο παράδεισο (όποιος και αν ήταν ο παράδεισος αυτός), αφού τον τίμησε με το αυτεξούσιο,  για να ανήκει το αγαθό σ’ εκείνον ο οποίος θα το επιλέξει όχι λιγότερο απ’ όσο σ’ εκείνον ο οποίος του έδωσε τα σπέρματα του αγαθού, τον έκανε γεωργό αθανάτων φυτών, δηλαδή των θείων εννοιών, και των απλούστερων και των τελειότερων, γυμνό εξαιτίας της απλότητας και της χωρίς πονηρία ζωής, και χωρίς κανένα κάλυμμα και πρόβλημα. Διότι τέτοιος έπρεπε να είναι ο πρώτος άνθρωπος. Και του δίνει το νόμο ως αντικείμενο του αυτεξουσίου. Ο δε νόμος ήταν η εντολή από ποιά φυτά μπορούσε να φάει και ποιά δεν θα έπρεπε να αγγίξει. Σ’ αυτά δε ανήκε το δένδρο της γνώσεως, το οποίον ούτε φυτεύτηκε από την αρχή με κακό σκοπό, ούτε απαγορεύθηκε από φθόνο (ας μη φθάσουν μέχρις εκεί οι γλώσσες ­των εχθρών του Θεού, και ας μη μιμηθούν τον φίδι!). Αλλά ήταν  μεν καλό εάν το δοκίμαζε κανείς στον κατάλληλο καιρό (διότι το δένδρο, κατά την άποψή μου, ήταν η θέα του Θεού, την οποίαν μπορούσαν να πλησιάσουν χωρίς να κινδυνεύουν μόνον εκείνοι που είχαν τελειοποιηθεί με την άσκηση), αλλά δεν ήταν καλό για τούς αδοκίμαστους ακόμη και τους πιο λαίμαργους ως προς την επιθυμία, όπως η σκληρή  τροφή δεν είναι ωφέλιμη για εκείνους που είναι ακόμη αδύνατοι και έχουν ανάγκη από γάλα. Αφού δε εξαιτίας του φθόνου του διαβόλου και της παρακινήσεως της γυναίκας, η οποία υπέκυψε σαν πιο αδύνατη και τον παρακίνησε τον προπάτορα σαν η πιο κατάλληλη γι’ αυτό (αλλοίμονο  στην αδυναμία μου! γιατί η αδυναμία του προπάτορα είναι και δική μου), λησμόνησε μεν την εντολή, που  είχε δοθεί, και νικήθηκε από την προσωρινή γευστική δοκιμή και έτσι εκδιώχτηκε αυτομάτως από το δένδρο της ζωής, από τον παράδεισο και από τον Θεό εξαιτίας της κακίας του, και ντύθηκε  με δερμάτινα ενδύματα (πιθανόν με την πιο βαρεία σάρκα, τη φθαρτή και αντίθετη). Και σαν πρώτο αποτέλεσμα αντιλαμβάνεται την καταισχύνη του και κρύβεται από τον Θεό. Κερδίζει, βεβαία, κάτι απ’ αυτό: το ότι γίνεται θνητός και το ότι διακόπτεται η αμαρτία, για να μη γίνει αθάνατο το κακό, και έτσι η τιμωρία αποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι εγώ έτσι πιστεύω ότι τιμωρεί ο Θεός.
      Αφού δε τιμωρήθηκε προηγουμένως για τα πολλά αμαρτήματα (από τα οποία φύτρωσε η ρίζα της κακίας) από διάφορες αιτίες και σε διαφορετικούς χρόνους, με το λόγο, το νόμο, τους προφήτες, τις ευεργεσίες, τις απειλές, τις τιμωρίες, τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές, τους πολέμους, τις νίκες, τις ήττες, τα σημεία από τον ουρανό, τα σημεία από τον αέρα, τη γη και τη θάλασσα, με τις ανέλπιστες μεταβολές ανθρώπων, πόλεων και λαών, πράγματα τα οποία αποσκοπούσαν στο να εξαφανισθεί η κακία, έχει ανάγκη τελικά από κάποιο ισχυρότερο φάρμακο για τις φοβερότερες ασθένειες, τις αδελφοκτονίες δηλαδή, τις μοιχείες, τις επιορκίες, τις ανώμαλες επιθυμίες και το χειρότερο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά, την ειδωλολατρία και την μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον δημιουργό στο δημιούργημα. Επειδή δε είχε ανάγκη από μεγαλύτερη βοήθεια, του δίνεται και τέτοια. Ήταν δε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού ο προαιώνιος, ο αόρατος, ο μη δυνάμενος να περιορισθεί, ο ασώματος, η αρχή που προέρχεται  από την αρχή, το φως που προέρχεται από το φως, η πηγή της αθανασίας και της ζωής, το αντίγραφο του πρωτοτύπου κάλλους, η αναλλοίωτη σφραγίδα, η απαράλλακτη εικόνα, ο όρος και ο Λόγος του Πατέρα. Αυτός εισέρχεται  στην ιδίαν  εικόνα του, ντύνεται δε σάρκα για  χάρη της σάρκας και με ψυχή πνευματική προς χάριν της ψυχής μου, καθορίζοντας  έτσι το όμοιο με το όμοιο του. Και γίνεται κατά πάντα, εκτός από την αμαρτία, τέλειος άνθρωπος. Γεννήθηκε μεν από την Παρθένο, της οποίας και η ψυχή και το σώμα είχε καθαρισθεί προηγουμένως από το Πνεύμα (διότι έπρεπε μεν και να τιμηθεί η γέννηση, αλλά και να προτιμηθεί η παρθενία, παραμείνας δε Θεός μετά την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως. Γινόμενος ένα από τα δύο αντίθετα, από τη σάρκα δηλαδή και το Πνεύμα, από τα οποία το μεν ένα έκανε το άλλο Θεόν, ενώ το άλλο έγινε Θεός. Ω, πόσο αξιοθαύμαστη είναι η νέα ένωση! Ω, πόσο παράδοξη είναι η σύνθεση! Ο υπάρχων δημιουργείται, ο αδημιούργητος πλάθεται, και ο απεριόριστος περιορίζεται διά μέσου της νοεράς ψυχής, η οποία μεσιτεύει στη θεότητα και διά μέσου της υλικής φύσεως της σάρκας. Εκείνος ο όποιος δίδει τον πλούτο, γίνεται πτωχός· γιατί γίνεται πτωχός κατά το ότι παίρνει τη σάρκα μου, για να γίνω εγώ πλούσιος με τη θεότητά του. Εκείνος ο οποίος είναι γεμάτος αδειάζει· γιατί αδειάζει από τη δόξαν του για λίγο καιρό, για να γευθώ εγώ την πληρότητά του. Ποιός είναι ο πλούτος της αγαθότητας; Ποιό είναι το μυστήριο που  με περιβάλλει; Έλαβα την θεία εικόνα και δεν τη φύλαξα. Παίρνει τη σάρκα μου, και για να διατηρήσει την εικόνα, αλλά και για να κάνει αθάνατη τη σάρκα. Έρχεται σε δεύτερη συνάφεια  πολύ πιο παράδοξη από την πρώτη, γιατί, τότε μεν έδωσε το καλύτερο, τώρα δε παίρνει το χειρότερο. Αυτό είναι ακόμη πιο ταιριαστό στο Θεό, αυτό είναι, για όσους διαθέτουν κρίση, ακόμη πιο υψηλό.
         Τί θα μας πουν γι’ αυτά οι συκοφάντες, οι πικρόχολοι ελεγκτές της θεότητας, οι κατήγοροι εκείνων τα οποία επαινούνται, οι σκοτεινοί εν σχέσει προς το φως, οι αστοιχείωτοι εν σχέσει προς τη σοφία, εκείνοι που για χάρη τους  πέθανε ο Χριστός χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα, τα αχάριστα δημιουργήματα, τα πλάσματα του πονηρού; Κατηγορείς το Θεό για την ευεργεσία του; Τον κατηγορείς ως μικρό επειδή ταπεινώθηκε για χάρη σου; Τον κατηγορείς επειδή είναι ο καλός ποιμήν, που δίνει τη ψυχή του για τα πρόβατα, που ήλθε προς το πρόβατο το οποίον είχε χαθεί, επάνω στους λόφους και τα βουνά στα οποία λάτρευες τους θεούς, και αφού το βρήκε το σήκωσε επάνω στους ώμους του, επάνω στους οποίους σήκωσε και το σταυρό, και το επανέφερε στην ουράνια ζωή και το έβαλε μαζί με εκείνα τα οποία είχαν μείνει εκεί; Τον κατηγορείς, επειδή άναψε λυχνάρι, την ιδία τη σάρκα του, και σκούπισε την οικία (καθαρίζοντας τον κόσμο από την αμαρτία) και αναζήτησε τη δραχμή, την εικόνα δηλαδή του Θεού, που είχε καταχωνιασθεί από τα πάθη, και επειδή συγκεντρώνει για την εύρεση της δραχμής τις φιλικές προς αυτόν δυνάμεις, τις οποίας είχε μυήσει και στο μυστήριο της σωτηρίας και τις κάνει μετόχους της χαράς του; Τον κατηγορείς επειδή το λυχνάρι, που  ετοιμάζει το δρόμο, και που  ετοιμάζει στον Κύριο λαό εκλεκτό και καθαρίζει και προετοιμάζει για το Πνεύμα με το νερό, τον ακολουθεί το υπέρλαμπρο φως, τη φωνή  την ακολουθεί ο Λόγος και τον οδηγό του νυμφίου ο νυμφίος; Γι’ αυτό κατηγορείς το Θεό; Γι’ αυτά τον θεωρείς κατώτερο, επειδή βάζει στη μέση του την ποδιά και πλένει τα πόδια των μαθητών του και δείχνει τον καλύτερο τρόπο να υψωθεί κανείς, δηλαδή την ταπείνωση; Επειδή ταπεινώνεται για χάρη της ψυχής που  έχει κυρτώσει προς τα κάτω, για να ανυψώσει μαζί του εκείνο  που  σκύβει προς τα κάτω από την αμαρτία; Πώς δε δεν τον κατηγορείς για το ότι γευματίζει με τελώνες και  στα σπίτια  τελωνών, και ότι κάνει μαθητές του τελώνες, για να κερδίσει και αυτός κάτι; Τί δηλαδή; Τη σωτηρία των αμαρτωλών. Σαν να μπορούσε κανείς να κατηγορήσει το γιατρό, επειδή σκύβει με κατανόηση πάνω στις πληγές, και ανέχεται τη δυσωδία, για να δώσει την υγεία  σ’ εκείνους που  ασθενούν, ή σ’ εκείνον  που από ευσπλαχνία σκύβει πάνω από το βόθρο για να βγάλει απ’ εκεί το ζώο που  έχει πέσει μέσα, όπως λέγει ο νόμος.
       Απεστάλη μεν, αλλά ως άνθρωπος (επειδή ήταν διπλούς στη φύση), επειδή και ένιωσε κούραση και πείνασε και δίψασε και δάκρυσε κατά τους φυσικούς νόμους. Εάν δε εστάλη και ως Θεός, τί σε ενοχλεί αυτό; Τη θέληση του Πατέρα, από τον οποίον προέρχεται, και τον οποίον τιμά ως αρχήν άχρονο, να την θεωρείς ως αποστολή, και να μην πιστεύεις ότι είναι κάτι το αταίριαστο για Θεό. Επειδή λέγεται και ότι έχει παραδοθεί, αλλά έχει γραφτεί επίσης ότι έχει παραδώσει τον εαυτόν του. Και ότι έχει αναστηθεί από τον Πατέρα και έχει αναληφθεί, αλλά και ότι έχει αναστήσει τον εαυτόν του και ότι θα έλθει πάλι. Εκείνα  προέρχονται  από  τη  θέληση  του Πατέρα, αυτά από τη δύναμή του. Συ δε τα μεν πρώτα τα θεωρείς μειωτικά, τα δε άλλα, τα οποία εξυψώνουν, τα παραβλέπεις. Και το ότι μεν έπαθε, το υπολογίζεις. Το ότι δε έπαθε με τη θέλησή του, δεν το αναφέρεις. Τί παθαίνει ακόμη και τώρα ο Λόγος! Από άλλους μεν τιμάται ως Θεός και ταυτίζεται με αυτόν, από άλλους δε περιφρονείται, επειδή είναι άνθρωπος, και χωρίζεται από το Θεό. Εναντίον ποιών να οργισθεί περισσότερο; Ή, καλύτερα, ποιούς να συγχωρήσει; Εκείνους  που ενώνουν λανθασμένα, ή εκείνους οι οποίοι χωρίζουν; Διότι και εκείνοι έπρεπε να διαχωρίζουν και αυτοί να ενώνουν· οι μεν με τον αριθμό, οι δε με τη θεότητα. Εμποδίζεσαι από τη σάρκα; Αυτό κάνουν και οι Ιουδαίοι. Μήπως τυχόν τον ονομάζεις και Σαμαρείτη; Τη συνέχεια όμως δεν θα την αναφέρω. Δεν πιστεύεις στη Θεότητα; Αυτό δεν συμβαίνει ούτε με τους δαίμονες. Δύστυχε, πόσο πιο άπιστος είσαι ακόμη και από τους δαίμονες, και πόσο πιο αχάριστος από τους Ιουδαίους! Εκείνοι την ονομασία του Υιού την θεώρησαν ως έκφραση ισοτιμίας διότι δεν γνώριζαν ακόμη τον Θεό, ο οποίος τον είχε στείλει. Διότι πίστευαν μόνον αφού πάθαιναν. Συ δε δεν δέχεσαι ούτε την ισότητα, ούτε και αναγνωρίζεις τη Θεότητα. Θα ήταν καλύτερα για σένα να είσαι περιτετμημένος και να βρίσκεσαι υπό την επήρεια του δαίμονα, για να εκφραστώ κατά τρόπον αστείο, παρά να κατέχεσαι από πονηρία και αθεΐα, ενώ είσαι υγιής και απερίτμητος.
       Μετά από  λίγο θα δεις τον Ιησού να καθαρίζεται στον Ιορδάνη όπως καθαρίζομαι και εγώ, ή, καλύτερα, να εξαγνίζει με την κάθαρσή του τα νερά (διότι δεν είχε ανάγκη καθαρισμού εκείνος ο οποίος σηκώνει την αμαρτία του κόσμου, και να ανοίγουν οι ουρανοί, να μαρτυρεί γι’ αυτόν το όμοιό του Πνεύμα, να δέχεται πειρασμούς και να τους νικά, να υπηρετείται από αγγέλους και να θεραπεύει κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία, να δίνει ζωή  στους νεκρούς (πράγμα που είθε να συνέβαινε και σε σένα που  έχεις νεκρωθεί από την αμαρτία), να εκδιώκει τους δαίμονες, άλλοτε μεν ο ίδιος, άλλοτε δε διά μέσου των μαθητών του. Και να τρέφει με λίγα ψωμιά χιλιάδες ανθρώπους, να περπατά πάνω στη θάλασσα, να προδίδεται, να σταυρώνεται και να σταυρώνει μαζί την αμαρτία μου. Να προσφέρεται θυσία σαν αμνός και να προσφέρει θυσία σαν ιερέας, να θάπτεται σαν άνθρωπος και να ανασταίνεται σαν Θεός, να ανεβαίνει στη συνέχεια στους ουρανούς για να επιστρέψει με όλη του τη δόξα. Πόσες γιορτές υπάρχουν κάθε ημέρα για μένα από τα μυστήρια του Χριστού! Σκοπός δε μοναδικός όλων αυτών είναι η τελειοποίηση και η αναδημιουργία μου και η επιστροφή μου  στην ορχική κατάσταση του Αδάμ.
        Τώρα δε δέξου μαζί μου την κυοφορία και σκίρτησε από χαρά, αν όχι όπως ο Ιωάννης από την κοιλία, τουλάχιστον όπως ο Δαβίδ μετά την τοποθέτηση της κιβωτού στη θέση της. Και να σεβαστείς την απογραφή, εξαιτίας της οποίας γράφτηκες στους ουρανούς· και να σεβαστείς τη γέννηση εξαιτίας της οποίας λύθηκες από τα δεσμά της γεννήσεως· και να τιμήσεις τη μικρή Βηθλεέμ, η οποία σε επανέφερε στον παράδεισο και να προσκυνήσεις τη φάτνη, χάρις  στην οποία, ενώ δεν είχες την καθοδήγηση του λογικού, τράφηκες από το Λόγο. «Γνώρισε, όπως το βόδι, τον κύριό σου», σου παραγγέλλει ο Ησαΐας, «και όπως ο όνος το παχνί του κυρίου του». Αν είσαι από τους καθαρούς, οι οποίοι σέβονται το νόμο και ασχολούνται με το να επαναλαμβάνουν σαν μηρυκαστικά τους λόγους του και είναι επιδέξιοι στην προσφορά θυσιών, ή αν είσαι από εκείνους οι οποίοι ήσαν κάποτε ακάθαρτοι και δεν είχαν δικαίωμα να φάνε από τα άγια, ούτε να θυσιάσουν, και ανήκαν  στη μερίδα των ειδωλολατρών, τρέξε μαζί με τον αστέρα και φέρε δώρα μαζί με τους μάγους, χρυσό σαν σε βασιλέα, λίβανο σαν σε Θεό και σμύρνα σαν σε νεκρό, που πέθανε προς χάρη σου. Δόξασε μαζί με τους ποιμένες, ύμνησε μαζί με τους αγγέλους, γίνε χορός δοξολογίας μαζί με τους αρχαγγέλους. Ας είναι η πανήγυρις κοινή για τις ουράνιες και τις επίγειες δυνάμεις. Διότι πιστεύω ότι και εκείνες αγάλλονται και πανηγυρίζουν μαζί μας σήμερα, εφόσον είναι φίλοι του ανθρώπου και του Θεού, όπως τις παρουσιάζει ο Δαβίδ να ανεβαίνουν μετά το πάθος μαζί με το Χριστό, να τον προϋπαντούν και να παρακινεί η μία την άλλη να ανοίξουν τις πύλες.

     Ένα πράγμα να μισήσεις από όσα σχετίζονται με τη γέννηση του Χριστού, το φόνο των νηπίων από τον Ηρώδη ή, καλύτερα, και αυτή να την σεβασθείς ως θυσία συνομήλικη με το Χριστό, η οποία προσφέρεται πριν από τη θυσία του νέου σφαγίου. Αν φεύγει  στην Αίγυπτο, φύγε και συ μαζί του. Είναι καλό να φεύγεις μαζί με το Χριστό όταν διώκεται. Αν παραμένει πολύ στην Αίγυπτο και λατρεύεται σωστά εκεί, κάλεσέ τον από την Αίγυπτο. Πέρασε χωρίς μομφή  από όλες τις ηλικίες και τις δυνάμεις του Χριστού, ως μαθητής του Χριστού. Καθαρίσου, κάνε περιτομή, αφαίρεσε το κάλυμμα που έχεις από τη δημιουργία. Ύστερα δίδαξε στο ιερό, διώξε απ’ εκεί τους εμπορευόμενους τον οίκο του Θεού, άφησε να σε λιθοβολήσουν, αν θα πρέπει να το πάθεις. Γνωρίζω καλά, ότι θα ξεφύγεις ανάμεσα απ’ αυτούς οι οποίοι σε λιθοβολούν σαν Θεός. Διότι ο Λόγος δεν λιθοβολείται. Αν σε οδηγήσουν εμπρός  στον Ηρώδη, μην του δώσεις απάντηση στα περισσότερα. Θα σεβασθεί τη σιωπή σου περισσότερο απ’ όσο θα σεβασθεί τους πολλούς λόγους των άλλων. Αν σε μαστιγώσουν, ζήτησε να εκτελέσουν ολόκληρη την ποινή. Φρόντισε να γευθείς χολή, πιες ξύδι, ζήτησε εμπτυσμούς, δέξου κτυπήματα και ύβρεις, στεφανώσου με τα αγκάθια του δύσκολου δρόμου του Θεού, ντύσου το κόκκινο ένδυμα, δέξου το καλάμι, άφησε να σε προσκυνήσουν εκείνοι οι οποίοι ειρωνεύονται την αλήθεια. Τέλος, σταυρώσου μαζί με το Χριστό, νεκρώσου μαζί του, κατέβα πρόθυμα μαζί του στον τάφο, για να αναστηθείς και μαζί του, για να δοξασθείς και να βασιλεύσεις μαζί του, βλέποντας, όσο είναι δυνατόν και όπως μπορείς να τον δεις, τον Θεό που προσκυνείται και λατρεύεται ως Τριάδα, και ο οποίος ευχόμαστε να φανερωθεί καθαρά και σε μας τώρα, όσο είναι αυτό δυνατόν για τους αιχμαλώτους στη σάρκα, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίον ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
(Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΗ΄, «Εις τα Θεοφάνια, δηλαδή τη Γέννηση του Σωτήρος», ΕΠΕ τ. 5ος , σ.37-71)

Ανδρέας Θεοδώρου - Καθηγητής Η σωτηριολογική σημασία της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού



«Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. α΄, 14).


Λεπτομέρεια Επιτραχηλίου, Δώρον του Γρηγορίου Βελλά στην Ι. Μ. Βατοπαιδίου, Μάρτιος 1813

Η σάρκωση του Λόγου αποτελεί το επίκεντρο της πίστεως μας. Έγινε, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. δ΄, 4), δηλαδή ο «καιρός», που όρισε ο Πατήρ στο απειρόσοφο σχέδιο της «θείας περί τον ανθρωπον οικονομίας» του. Τότε έστειλε ο Πατήρ τον Υιό του τον μονογενή στον κόσμο, να γίνει άνθρωπος από γυναίκα, για να λυτρώσει τον άνθρωπο από την πτώση του στην αμαρτία. Ότι η θεία σάρκωση απέβλεπε στη σωτηρία του ανθρώπου αναφέρεται ρητά και στο ιερό Σύμβολο της πίστεως μας: «Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Μερικοί πιστεύουν ότι η σάρκωση του Λόγου θα γινόταν ούτως ή άλλως, και σε περίπτωση ακόμα, που δεν αμάρτανε ο άνθρωπος.  Η θεωρία αυτή, που είναι «θεολογούμενο», κάτι δηλαδή, που συζητιέται ελεύθερα στη θεολογία, δεν νομίζω ότι είναι σωστή.
     Η σάρκωση του Λόγου, σύμφωνα με όσα λέγονται πιο πάνω, είναι μετατόπιση, μετακίνηση του Λόγου από τον ουρανό στη γη. Φυσικά πρόκειται για έκφραση σαφώς ανθρωποπαθή, κομμένη στα φυσικά μέτρα μας, γιατί ό Θεός, ως το άπειρο και απόλυτο πνεύμα, που συνέχει, συγκρατεί και πληροί τα πάντα, δεν μετακινείται στον έκτατο χώρο, όπως μετακινούνται τα φυσικά κτίσματα. Άλλωστε ο χώρος, ως δημιούργημα και αυτός του Θεού, βρίσκεται μέσα στο Θεό, και όχι το αντίθετο, ο Θεός στο χώρο. Η ενανθρώπηση δεν είναι «μετάβασις τοπική, αλλά συγκατάβασις θεϊκή» (Ακάθιστος Ύμνος) με την έννοια ότι ο Λόγος, χωρίς να χάσει το θείο του αξίωμα ως δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδος (η σάρκωση ήταν «ανεκφοίτητη» και «αδιάστατη»), μπήκε θεληματικά σε μια καινούργια φάση ζωής, προσλαμβάνοντας στο πρόσωπό του «ασυγχύτως και αδιαιρέτως» τη φύση του ανθρώπου, πράγμα που συμπίπτει με τη θεία του «κένωση».
    Με την ενανθρώπησή του ο Λόγος έπιασε στα στιβαρά χέρια του τη φύση στο σημείο, που ο Αδάμ την άφησε, αστοχώντας να την οδηγήσει στην αλήθειά της· ανέλαβε ο ίδιος τη χαμένη της υπόθεση, πετυχαίνοντας στην απειροδυναμία του θεανδρικού προσώπου του το θεοδύναμο προορισμό της. Απάλειψε από τη χαλασμένη φύση το αίσχος της παρακοής, αφαιρώντας απ’ αυτήν τα ράκη της φθοράς, με τα οποία την έντυσε η προγονική παράβαση. Καθάρισε την «εικόνα» από τη μελάνωση της αμαρτίας. Έκανε να λάμψουν και πάλι οι θεοειδείς χαρακτήρες της, η αρχέγονή της ευγένεια και λαμπρότητα. Ζύμωσε τη φύση μας με τη θεότητα, κάνοντας τον άνθρωπο «θεό»! Τη θέωση της φύσεώς του θα πετύχαινε βέβαια και ο πρώτος άνθρωπος στο μέτρο, που θα παρέμενε πιστός στη φυσική του ενέργεια. Η πτώση στην αμαρτία ανέκοψε το θεοδύναμο αυτό προορισμό.
     Το θαύμα της λυτρώσεως επιτεύχθηκε στη διαμόρφωση του θεανδρικού προσώπου του Χριστού. Στο αΐδιο πρόσωπο του Λόγου ενώθηκαν «εξ άκρας συλλήψεως» (δηλαδή από την πρώτη στιγμή της μορφώσεως του εμβρύου Χριστού στη μήτρα της Παρθένου) η θεία φύση και η ανθρώπινη, που δέθηκαν στενά σε μια περιχώρηση βαθιά και πραγματική, ασύγχυτη και αδιαίρετη. Εκεί (στο πρόσωπο του Λόγου) έγινε και η αντίδοση των ιδιωμάτων των φύσεων, της θείας στην ανθρώπινη και της ανθρώπινης στη θεία.
     Στο θαύμα της λυτρώσεως κυρίαρχη θέση κατέχει η θεία φύση. Σ’ αυτήν θεοποιείται η ανθρώπινη και αυτή καθιστά δραστικό το σωτήριο έργο του Χριστού. Όμως στο σχέδιο του Θεού γίνεται απαραίτητη και η συνέργεια της ανθρώπινης φύσεως. Αυτή την έννοια έχει το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Ενώ θα μπορούσε ο Θεός με ένα παντοδύναμο λόγο του να συντρίψει την αμαρτία και το διάβολο, σώζοντας μια για πάντα το πλάσμα του, δεν το έκανε, γιατί αυτό ήταν αντίθετο προς τα μέτρα της θείας δικαιοσύνης του (εδώ η δικαιοσύνη νοείται με την ευρύτερή της θεολογική έννοια)· αλλά μπήκε στην ιστορία, έγινε πραγματικός άνθρωπος, έδωσε τη μάχη, εκεί που ηττήθηκε ο Αδάμ, πεθαίνοντας σε μια φύση φθαρτή και ποθητή για τη λύτρωση του κόσμου. Για τη σωτηρία του έπρεπε να δουλέψει κι ο ίδιος ο άνθρωπος, ενωμένος υποστατικά με το Θεό.
     Η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν φύση πραγματική και αληθινή. Ο Χριστός πήρε τη φύση του Αδάμ, χωρίς όμως να είναι «εξ Αδάμ». Πήρε την προπτωτική φύση στην πληρότητά της, δηλαδή σώμα και ψυχή, όπως τα είχε και ο προπάτορας. Ωστόσο δεν βρισκόταν και στην ιστορική συνέχεια εκείνου. Δεν καταγόταν γενετικά από τον Αδάμ· δεν είχε τη φύση του μονάρχη, όπως την έχουν οι άλλοι μεταπτωτικοί άνθρωποι, που κατάγονταν απ’ αυτόν. Δεν είχε φυσικό πατέρα ο Χριστός. Ήταν «απάτωρ εκ μητρός». Την ανθρωπότητά του την πήρε αποκλειστικά από τη Μαρία, που ήταν η πραγματική Μητέρα του. Τη θέση του φυσικού πατέρα αναπλήρωσε το Πνεύμα το άγιο, το οποίο κατέβαλε στη μήτρα της Παρθένου την ανθρώπινη φύση του σαρκωθέντος Λόγου. Έτσι ο Χριστός, επειδή καμμιά γενετική σχέση δεν είχε με την πεσμένη φύση του Αδάμ, δεν κληρονόμησε το αμάρτημα εκείνου, το οποίο μεταδίδεται σε κάθε άνθρωπο με τη φυσική γέννηση. Με άλλα λόγια ο Χριστός είχε μεν τη φύση του  Αδάμ χωρίς όμως το επιγενές στοιχείο της αμαρτίας. Πήρε φύση αναμάρτητη, πλασμένη απ’ ευθείας από το Θεό, έξω από τη λειτουργία του φυσικού νόμου της συλλήψεως.
    Στην αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού επικεντρώνεται και η αλήθεια του χριστολογικού θαύματος. Ένας ψεύτικος ή μειωμένος Χριστός δεν θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Προς την κατεύθυνση αυτή προσανατόλιζαν τη σκέψη όλες εκείνες οι αιρέσεις, που κατά το ένα ή τον άλλο τρόπο προσέβαλλαν την ανθρώπινη φύση του Χριστού, και τις οποίες σθεναρά καταπολέμησε η Εκκλησία. Ας δούμε γρήγορα τις κυριότερες.
    1) Οι δοκήτες (ή δοκητές) δεν δέχονταν ότι ό Χριστός ήταν πραγματικός άνθρωπος με σώμα αισθητό και υλικό. Έλεγαν ότι δεν είχε υπόσταση πραγματική, αλλά φαινόταν εξωτερικά ως άνθρωπος. Είχε μεν ορατό ανθρώπινο περίγραμμα, σαν ένα φάντασμα, που φαίνεται σαν άνθρωπος, χωρίς όμως να έχει υλική υπόσταση (σάρκα και οστά). Ήταν ένα επιφαινόμενο, μια δόκηση (εξ ου και η ονομασία τους «δοκήτες»). Σ’ αυτό κατέληγαν από αντιλήψεις δυαρχικές. Θεωρώντας την ύλη ως κακή, δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ο Χριστός ήταν δυνατό να λάβει σώμα υλικό, που (κατά τη γνώμη τους) ήταν φύσει κακό, έδρα και εστία της αμαρτίας. Έτσι το διέγραψαν από τον Κύριο και ησύχασαν.
    2)  Ο Απολινάριος, επίσκοπος Λαοδικείας της Συρίας, ενώ δεχόταν την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, όμως προέβαινε σε μείωση αυτής, αφαιρώντας απ’ αυτήν το λογικό νου. ‘ Επηρεαζόμενος από την τριχοτομική θεωρία του Πλάτωνος (σώμα — ζωική ψυχή — λογικός νους), δεχόταν σώμα και ζωική ψυχή στο Χριστό, όχι όμως και λογικό νου, τον οποίον αναπλήρωσε το αΐδιο πρόσωπο του Λόγου. Κατά τον  Απολινάριο η παρουσία του λογικού νου συνιστά ιδιαίτερο πρόσωπο, στο οποίο υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα της αμαρτίας, πράγμα που θεωρούσε ανοίκειο και βλάσφημο για το Χριστό. Έτσι προέβαινε στη μείωση της ανθρωπότητας του Σωτήρος, από την οποία αφαιρούσε το σημαντικότερο μέρος της.
      3) Στη συνέχεια ο  Άρειος δίδασκε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν άψυχη. Ο Λόγος είχε μεν σάρκα, όχι όμως και ψυχή. Σ’ αυτό κατέληγε, ακολουθώντας Φιλώνεια διδάγματα. Συμφωνά με αυτά η λογική ψυχή είναι ο εκπρόσωπος του κοσμικού λόγου. ‘Όπου υπάρχει ο λόγος, εκεί είναι περιττή η παρουσία του εκπροσώπου του, της λογικής ψυχής και τανάπαλιν.  Ο Άρειος, υιοθετώντας τα διδάγματα και μη μπορώντας συγχρόνως ν’ απομακρυνθεί από τα περί σαρκώσεως του Λόγου διδάγματα της Γραφής, είπε ότι, αφού ο Λόγος υπήρχε στην ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε, δεν ήταν αναγκαία η παρουσία σ’ αυτήν και του εκπροσώπου του (της ψυχής). Η λογική ψυχή ήταν τελείως περιττή στο Χριστό.
       4) Αντιθέτως ο Νεστόριος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, πλειοδότησε προσθέτοντας στην ανθρωπότητα του Κυρίου κάτι, που αυτή δεν μπορούσε να έχει. Αυτό το κάτι ήταν πρόσωπο πλήρες και τέλειο, ξεχωριστό από την υπόσταση του Λόγου, αυτόνομο και αυτοδιόριστο.  Ο Νεστόριος διαιρούσε το ενιαίο πρόσωπο του Χριστού σε δύο πρόσωπα, ένα για κάθε φύση, και ανεξάρτητο το ένα από το άλλο. Γι’ αυτό και την Παναγία την καλούσε, «Χριστοτόκον». επειδή γέννησε τον άνθρωπο Χριστό. Το Θεό δεν μπορούσε να γεννήσει, διότι, για να γίνει αυτό, έπρεπε να είναι και η ίδια θεά, ώστε το όμοιο να γεννήσει το όμοιο. Την ένωση των φύσεων στο Χριστό θεωρούσε ως ένα απλό εξωτερικό πλησίασμα, ως μία ένωση όχι βαθιά και εσωτερική (η υποστατική ένωση γι’ αυτόν ήταν τελείως ακατανόητη), αλλ’ ένωση ηθική και «κατ’ αξίαν», ως μια αρμονική συνεργασία της θεότητας με την ανθρωπότητα. Σ’ ένα τέτοιο πλέγμα σκέψεων δεν ήταν δύσκολο στο ανθρώπινο πρόσωπο του Λόγου ν’ αποδοθεί η δυνατότητα της αμαρτίας και η ιδέα ότι προέκοπτε ο Κύριος ηθικώς, παλεύοντας κατά της αμαρτίας και ενοχλούμενος από πάθη και επιθυμίες κακές. Το τελευταίο αυτό δεχθήκανε οι θεολόγοι της ακραίας πτέρυγας της  Αντιοχειανής Σχολής (Θεόδωρος Μοψουεστίας κ.ά.).
      5) Στο αντίθετο άκρο της διδασκαλίας του Νεστορίου στεκόταν ο Ευτυχής, αρχιμανδρίτης στην Κωνσταντινούπολη και εισηγητής του μονοφυσιτισμού. Αυτός τόνιζε υπερβολικά την ενότητα του θεανδρικού προσώπου του Χριστού.  Ξεκινώντας από την αρχή (δανεισμένη από την ελληνική φιλοσοφία) ότι, όπου υπάρχει φύση εκεί πρέπει να υπάρχει και πρόσωπο, ήταν υποχρεωμένος, στο ένα πρόσωπο του Λόγου, που τόσο έντονα υποστήριζε, ν’ αποδεχθεί και μία μονάχα φύση. Ποιά ήταν η φύση αυτή; Φυσικά η θεία, ως ισχυρότερη και επικρατέστερη. Τί δε απέγινε η ανθρώπινη; Απορροφήθηκε από τη θεία. Χάθηκε στον απέραντο ωκεανό της θεότητας. Για να διαφωτίσει μάλιστα τη διδασκαλία του, έφερνε και το παράδειγμα της σταγόνας του ξιδιού, η οποία, όταν ριχτεί στον ωκεανό, διαλύεται και χάνεται στα θαλάσσια νερά.
      6) Ενώ οι μονοφυσίτες απέρριπταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού για λόγους καθαρά χριστολογικούς, οι αφθαρτοδοκήτες την μείωναν, αφαιρώντας απ’ αυτήν ένα ουσιαστικό στοιχείο της αλήθειας και της λειτουργικότητάς της: τα αδιάβλητα πάθη της, που λέγονται έτσι, γιατί δεν έχουν το στοιχείο της αμαρτίας, είναι πάθη φυσιολογικά. Το επίκεντρο της αιρέσεως αυτής ήταν η ιδέα της αφθαρσίας. Νόμιζαν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού, θεοποιηθείσα «εξ άκρας συλλήψεως» στη μήτρα της Παρθένου, κατέστη άφθαρτη («εδόκουν αυτήν άφθαρτον είναι». Εξ ου και η ονομασία τους), αφού απέβαλε όλα τα αδιάβλητα πάθη της· η μεν ψυχή τις φυσικές κινήσεις της (συγκίνηση, οργή, δειλία κ.τ.ό). το δε σώμα τις φυσικές ανάγκες του (πείνα, δίψα, κόπο, ανάπαυση, ύπνο κ.λ.π.). Αν δε στη Γραφή γίνεται η λειτουργία τους, γινόταν «κατ’ οικονομίαν» μόνον, δηλαδή ο Θεός επέτρεπε εκτάκτως την εμφάνιση και τη λειτουργία τους, και για όσο χρόνο απαιτούσαν οι λυτρωτικοί σκοποί του σωτηρίου έργου του Χριστού.
      Μετά απ’ όλα αυτά εξαφανίζονταν πάλι από τη φύση του Κυρίου.
     7) Την ανθρώπινη φύση του Χριστού μείωναν τέλος ο μονοθελητισμός και ο μονοενεργητισμός. Οι αιρέσεις αυτές, ως μία προσπάθεια συμβιβασμού Ορθοδόξων και μονοφυσιτών, αφαιρούσαν από το Χριστό την ανθρώπινη θέληση και ενέργεια. Ο Χριστός είχε μεν δύο φύσεις (προσέγγιση Ορθοδόξων), όχι όμως και δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, αλλά μία, τη θεία (προσέγγιση μονοφυσιτών).
     Όλες οι πιο πάνω αιρέσεις, κακοποιώντας την αλήθεια της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, έπλητταν ανελέητα και το λυτρωτικό έργο του. Ένας Χριστός φάντασμα, που δεν είχε λογικό νου ή ήταν άψυχος, και του οποίου η φύση είχε εξατμισθεί στη θεότητα ή είχαν αφαιρεθεί απ’ αυτήν οι φυσικές ανάγκες της· ένας Χριστός αθέλητος και ανενέργητος ή χωρισμένος απότομα σε Θεό και άνθρωπο, πώς μπορούσε, αλήθεια, να σώσει τον άνθρωπο;
      Η  Εκκλησία μπροστά στο διαγραφόμενο αυτό κίνδυνο αντέδρασε σθεναρά, καταπολεμώντας όλες τις αιρέσεις αυτές. Τόνιζε σε κάθε βήμα την αλήθεια, την πληρότητα και την ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Ο Χριστός ήταν πλήρης και τέλειος άνθρωπος. Πήρε φύση ολοκληρωμένη και ακέραιη, γιατί, αν έπαιρνε μειωμένη, δεν θα μπορούσε να τη σώσει στο μέρος, που της έλειπε, να την ανακεφαλαιώσει και να την αγιάσει στην αρχέγονή της αλήθεια και πληρότητα (Άγιος Ειρηναίος). «Το απρόσληπτον αθεράπευτον», θα πει επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αντικρούοντας την αίρεση του  Απολιναρίου. Κατά του Νεστορίου δε, θα τονίσει τη μεγάλη χριστολογική αλήθεια ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν είχε δικό της πρόσωπο, ήταν φύση απρόσωπη, με την έννοια ότι, ως άνθρωπος ο Κύριος, δεν έζησε ούτε μία στιγμή έξω από το μυστήριο της υποστατικής ενώσεως των φύσεων, που έγινε «εξ άκρας συλλήψεως» στη θεοχώρητη μήτρα της Παρθένου. Η ανθρωπότητα βεβαίως του Κυρίου δεν έμεινε μετέωρη, αλλ’ ως απρόσωπη φύση καθ’ εαυτήν, ως μη έχουσα θέλημα, γνωμικό, αλλά φυσικό θέλημα θεωμένο στην απερινόητη των δύο φύσεων συνδρομή, ήταν απρόσβλητη στην αμαρτία. Ως αγία δε και πάλλευκη, μπορούσε με το πάθος και το θάνατό της να σώσει τον άνθρωπο από την ενοχή και το συντριπτικό βάρος της αποστασίας του.
     Την ανθρωπινή φύση του Χριστού, αν και κτίσμα του Θεού, τη λατρεύουμε, χωρίς να είμαστε κτισματολάτρες. Γιατί είναι φύση του Θεού. Στη μήτρα της Παρθένου συνελήφθη και απ’ αυτήν γεννήθηκε ο ίδιος ο Θεός· όπως και στο σταυρό πέθανε «σαρκί» στην παθητή σάρκα του. Τη φύση που πήρε από τη Μητέρα του ο Χριστός την έκανε δική του, την οικειοποιήθηκε στο αΐδιο πρόσωπό του ως Θεού Λόγου, όπου και την θεοποίησε στη βάση της αντιδόσεως των ιδιωμάτων των φύσεων. Λατρεύουμε το Χριστό ως Θεάνθρωπο. Λατρεύουμε το θεανδρικό του πρόσωπο, από το οποίο δεν μπορεί ν’ αποχωριστεί ο άνθρωπος. Λατρεύουμε τον Κύριό μας με μια ενιαία προσκύνηση. Δεν χωρίζουμε τη μία θεανδρική υιότητα του Χριστού σε δύο ξεχωριστές υιότητες (θεία και ανθρώπινη), όπως έκανε ο Νεστόριος, ο οποίος απέδιδε αντίστοιχα και δύο προσκυνήσεις στο Χριστό, μία του Θεού και μία του ανθρώπου.
      Με τον ίδιο τρόπο λατρεύουμε και τα άχραντα μυστήρια, τον άρτο και τον οίνο της Ευχαριστίας: γιατί είναι σώμα και αίμα Χριστού. Δεν είναι άπλα στοιχεία φυσικά, αλλ’ ολόκληρη η ανθρωπότητα του Χριστού, το σώμα και το αίμα του Θεανθρώπου, ενωμένα με τη θεοφόρητη ψυχή του και κατ’ επέκταση με τη θεότητα. Γι’ αυτό τα τίμια δώρα μπορούν να σώσουν τον άνθρωπο, να τον κάνουν Θεό: γιατί υπάρχει η φωτιά του Θεού, που φλέγει τον άνθρωπο, χωρίς να τον καταφλέγει, και που κατατρώγει τη φθορά της αμαρτίας και το σώμα του πνευματικού θανάτου.
      Στην ανθρωπότητα τέλος του Χριστού γίνεται η θέωση του σώματος της Εκκλησίας. Τα σώματα των Αγίων, που είναι μυστικά ενσωματωμένα στην «καθολικότητα» της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, διαπερνώνται από την άκτιστη θεία ενέργεια, φλογίζονται από το μακάριο φως του Χριστού, αστράφτοντας τη δόξα της αγίας Τριάδος. Όλα αυτά αποτελούν και τη μακαριότητα της θείας βασιλείας!
(Πηγή: Περιοδικό «Ορθόδοξη μαρτυρία», εκδ. Παγκυπρίου συλλόγου Ορθοδόξου παραδόσεως – Οι φίλοι του αγ. Όρους)

Ιωσήφ Βατοπαιδινός - Γέροντας Θεός εφανερώθη εν σαρκί

Αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, πράγματι είναι μεγάλο και φρικτό το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού· μυστήριο απερίγραπτο στη μεγαλειότητά του και ανερμήνευτο ως προς το μυστικό βάθος του. «Θεός εφανερώθη εν σαρκί…» (Α΄ Τιμ. γ΄ 16)!
Σήμερα εκπληρώνονται όλων των δικαίων και προφητών οι προσευχές και δεήσεις για τη δική μας σωτηρία και ανάπλαση. Σήμερα «η οικονομία του πληρώματος των καιρών» (Εφεσ. α΄ 10) ολοκληρώνεται και το λύτρο με το οποίο λύθηκε η δική μας αιχμαλωσία αποκαλύπτεται. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν», και «εωράκαμεν αυτόν τοις οφθαλμοίς ημών και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» (Ιω. α΄ 14, Α΄ Ιω. α΄ 1-2). Το «μυστήριον που κρυμμένο για αιώνες και γενιές ολόκληρες…, δεν είναι άλλο παρά ο Χριστός, που βρίσκεται ανάμεσά σας και αποτελεί την ελπίδα της συμμετοχής σας στη μελλοντική δόξα» (Κολ. α’ 26-27), αποκαλύπτεται με τη θεία ενανθρώπηση, και φως άπλετο διαχέεται στις προαιώνιες βουλές του Θεού μας. Το «απ’ αιώνος απόκρυφον και αγγέλοις άγνωστον μυστήριον» φανερώνεται και οι δύο κόσμοι που προηγουμένως ήταν χωρισμένοι συνενώνονται και συνδοξολογούν. «Τα αρχαία παρήλθεν, φωνάζει ο Παύλος, ιδού γέγονε καινά τα πάντα» (Β’ Κορ. ε΄ 17). Γι’ αυτό, με ευφροσύνη η Εκκλησία μας υμνολογεί: «καινούς αντί παλαιών, αντί φθαρτών δε αφθάρτους» μας μεταποίησε η κατάβαση και συγκατάβαση του Σωτήρα μας Θεού.
Σήμερα, «αυτός ο οποίος ήταν Θεός, τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου και έγινε άνθρωπος» (Φιλιπ. β΄ 6-7). Να τι λέει σχετικά ο μεγάλος φωστήρας της Εκκλησίας μας, ο ιερός Χρυσόστομος: «Άνθρωπος έγινε ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος· ο άνω κάτω για οικονομία, και ο κάτω άνω για φιλανθρωπία· Θεός ήλθε στη γη και ο άνθρωπος ανέβηκε στον ουρανό, και όλα έγιναν ένα· έγινε ένα γένος Θεού και ανθρώπων», γι’ αυτό και δικαία ο Παύλος φωνάζει «του γαρ (Θεού) και γένος εσμέν» (Πράξ. ιζ’ 28).
Ας αναφερθούμε όμως και πάλι στον μεγάλο Παύλο, για να ακούσουμε σαφέστερα των θείων αποφάσεων θεία μυστήρια: «Όταν όμως έφτασε η ώρα που είχε καθορίσει ο Θεός, απέστειλε τον Υιό του. Γεννήθηκε από μια γυναίκα, και υποτάχτηκε στο νόμο, για να εξαγοράσει τους υποδούλους στο νόμο, για να γίνουμε παιδιά του Θεού» (Γαλ. δ΄ 4). Να η απόδειξη της φιλανθρωπίας του Θεού μας. «Ελάτε λοιπόν να χαρούμε εν Κυρίω, διηγούμενοι το παρόν μυστήριο». «Ο Χριστός είναι ανάμεσα μας, η ελπίδα της μελλοντικής δόξας. Ο Χριστός είναι ανάμεσα μας και κανένας άλλος. Ο Χριστός είναι ανάμεσα μας και μακριά από μας ο διάβολος. Ο Χριστός είναι σύμμαχός μας και κανείς δεν θα είναι εναντίον μας. Ο Χριστός ήλθε σε μας και εμείς πηγαίνομε προς τον Πατερά δι’ αυτού. Ο Χριστός είναι ανάμεσά μας και εμείς δεν ανήκουμε στους εαυτούς μας. Ο Χριστός είναι μαζί μας και εμείς μαζί με αυτόν μετέχουμε στη δόξα του, όπως παρεκάλεσε για μας τον Πατέρα του».
«Και όπως ομολογούμε είναι μεγάλο το μυστήριο της πίστεως που μας αποκαλύφθηκε: Ο Θεός φανερώθηκε ως άνθρωπος, το Πνεύμα απέδειξε ποιός ήταν· φανερώθηκε στους αγγέλους, κηρύχθηκε στα έθνη, τον πίστεψε ο κόσμος, αναλήφθηκε με δόξα»(Α΄Τιμ. 3, 16). Σ’ αυτό το στίχο ή μάλλον ύμνο του χριστοφόρου Παύλου προς τον Τιμόθεο περιγράφεται ολόκληρη η σημασία της θείας αποκαλύψεως, ολόκληρο το μυστήριο της πίστεώς μας, όλος ο τρόπος της θείας αγάπης προς τον άνθρωπο και όλος ο σκοπός της δημιουργίας των πάντων, διότι «τα πάντα εν τω Χριστώ συνέστηκε(=υπάρχουν)» (Κολ. α’ 17). Η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία για τον κόσμο, η πρόνοιά Του για τη σωτηρία του ανθρώπου και γενικά ολόκληρη η θεία αποκάλυψη περιέχεται και φανερώνεται στην πληρότητά της στο «μεγάλο μυστήριο της πίστεως», τη σάρκωση του Θεού Λόγου.
Η φανέρωση του Χριστού στην ιστορία και τη ζωή μας, λέει διαπρεπής της Εκκλησίας θεολόγος, ερμηνεύοντας τον μέγαν Μάξιμο, είναι πραγματικά ένα μοναδικό, ασύγκριτο και ανεπανάληπτο γεγονός, απείρως αποφασιστικό για ολόκληρη την ύπαρξη και τη ζωή του κόσμου και του άνθρωπου, στο παρόν και στην αιωνιότητα. Αυτός ο Λόγος, σαρκωμένος ως ιστορικός άνθρωπος, γίνεται το μυστικό κέντρο όλων των όντων και όλης της κτίσεως. Άλλος λέει: με τη φανερώσή Του μέσα στο χρόνο και το χώρο ο κόσμος και ο άνθρωπος αποκτούν μέσα σ’ Αυτόν λόγο και νόημα, σωτηρία και αιώνια μακαριότητα.
* * *
Γέννηση του Κυρίου Ι.Μ. Διονυσίου
Ας αναφερθούμε όμως και στην πτώση του ανθρώπου, που ήταν και η κυριότερη αιτία της κενώσεως του θείου Λόγου. Ο Θεός γνώριζε την πτώση του ανθρώπου πριν να τον δημιουργήσει, δεν του αφαίρεσε όμως την ελευθερία, για να μη μειώσει την ιδιότητά του ως λογικού όντος που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, επειδή είναι «αμεταμέλητα δηλ. αμετάκλητα τα χαρίσματά του» (Ρωμ. ια΄ 29). Ως άπειρη όμως αγάπη και σοφία δεν άφησε να ματαιωθεί το αιώνιό του σχέδιο, να χαρίσει δηλαδή στον άνθρωπο τα προετοιμασμένα γι’ αυτόν αγαθά, και γι’ αυτό προκαθόρισε απ’ την αρχή την «φιλάνθρωπη οικονομίαν» της σωτηρίας του. Η ελευθερία του ανθρώπου υπήρχε στο σχέδιο της δημιουργίας και, επομένως, η πτώση του δεν ξάφνιασε τον Θεό. Σύμφωνα με τον μέγα Δαμασκηνό, δεν θέλησε η αμαρτία του ανθρώπου και η πονηρία του διαβόλου να υπερνικήσουν την θεία του αγαθότητα, και γι’ αυτό οικονόμησε, δηλ. σχεδίασε και πραγματοποίησε μεγαλύτερη φανέρωση της αγάπης Του. Απ’ αυτό φαίνεται ότι προηγήθηκε της πτώσεως του ανθρώπου η πρόγνωση του Θεού και η προετοιμασία της θείας οικονομίας δηλ. του σχεδίου για τη σωτηρία του.
Έτσι, η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπόρεσε να καταστρέψει το σχέδιο του Θεού, γιατί βρέθηκε κλεισμένη, κατά κάποιο τρόπο, σ’ ένα μεγαλύτερο πεδίο: το σχέδιο της σωτηρίας και θεώσεως του κόσμου με τη σάρκωση του Λόγου. Άρπαξε ο δράκοντας, ο όφις ο αρχαίος, δηλ. ο διάβολος, και αχρείωσε τη θεία εικόνα, τον άνθρωπο; Οικονόμησε η θεία βουλή και αγάπη να γίνει ο ίδιος ο Θεός άνθρωπος, για να επαναφέρει την αχρειωθείσα εικόνα στο αρχέτυπο κάλλος, δηλ. την πρώτη της ομορφιά. Και να το μυστήριο που ακολούθησε : ο δημιουργός Θεός Λόγος και Υιός του Πατρός, υιός ανθρώπου γίνεται, και αφού προσέλαβε τη δική μας φύση, μένει πάντοτε «είς Υιός, διπλούς την φύσιν, αλλ’ ου την υπόστασιν».
* * *
Η αγάπη του Θεού που φανερώνεται με τη σάρκωση του Θεού Λόγου δεν είναι γεγονός τυχαίο ή μικρής σημασίας, γιατί ο σαρκωθείς Λόγος γίνεται πλέον το κέντρο της ζωής μας και ο σκοπός της αιωνιότητας μας. Γίνεται, κατά τον μέγαν Αθανάσιο και Μάξιμο, το κέντρο της ιστορίας, της προϊστορίας και της μεταϊστορίας μας. «Και αρχή και μεσότητα και σκοπός όλων των αιώνων των περασμένων, των παρόντων και μελλοντικών, είναι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός». Ως Θεός Λόγος, ο ένας της Τριάδος, προσέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση στη θεία του Υπόσταση, και έγινε αρχή και τέλος όλων των οδών του Θεού για εμάς· με τη θεωμένη ανθρωπότητά του έγινε «απαρχή» της καινούργιας δημιουργίας. (Α΄ Κορ. ιε΄ 23).
Είναι φανερό ότι η θεία οικονομία που έγινε με τη σάρκωση του Λόγου αποτελεί μεγαλύτερο και βαθύτερο μυστήριο παρά η δημιουργία του κόσμου. Το μεγάλο αυτό γεγονός δεν αποτελεί μία απλή επίσκεψη του Θεού σε μας, για να μας επαναφέρει, με μηχανικό τρόπο, από εκεί που ξεπέσαμε, αλλά αποτελεί την πραγματοποίηση των α¬νερμήνευτων βουλών της θείας σοφίας και αγάπης για το πεσμένο πλάσμα του: να αναπλάσει δηλαδή και να το κάνει υιό του Πατρός και κοινωνό της θείας Ζωής, διά της «συνουσιώσεώς» του με το Χριστό, τον σαρκωθέντα Λόγο. Αυτό ήταν εκείνο που κατέπληττε τον Παύλο, ώστε να φωνάζει, «ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού» (Ρωμ. ια΄ 33)!
«Γενόμενος της μεγάλης βουλής ο Άγγελος, ο Κύ¬ριός μας Ι. Χριστός – λέει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος- ιδιαίτερα ανάμεσα σ’ αυτά που μας εδίδαξε, φανέρωσε στους ανθρώπους τον Πατέρα». «Σύσσωμους και συγκληρονόμους μας έκανε, και σώμα δικό του και μέλη, και αυτός είναι η κεφα¬λή μας. Σε ποιό πράγμα ακόμη υστερούμε; Διδαχθήκαμε απ’ αυτόν να επικαλούμαστε με θάρρος τον Θεό, Πατέρα. Ας ακούσουμε με ποιόν τρόπο μας κάνει δικούς του: «αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας»· και όταν προσεύχεται επαναλαμβάνει: «ώστε η αγάπη με την οποία με αγάπησες, είναι σ’ αυτούς κι εγώ ανάμεσά τους». Να, λοιπόν, η πραγματικότητα της Θεοαγχιστείας «με την οποία μετέχουμε στη θεία φύση» (Β΄ Πέτρ. α΄ 4). Αναλογιζόμενος κάποιος τα τόσο μεγάλα θαυμάσια ευεργετήματα του Θεού εύλογα διερωτάται «ποιός είναι άξιος γι’ αυτά;»,
* * *
Λεπτομέρεια από τη Γέννηση (1312) Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου
Αλλά η παροχή αυτών των δωρημάτων του Θεού έχει δευτερεύουσα σημασία συγκρινόμενη με το γεγονός ότι, πριν από αυτά, θυσίασε τον μονογενή του Υιό για μας. Να πως το περιγράφει αυτό ο μεγάλος της Εκκλησίας φωστήρας Ι. Χρυσόστομος: «Μεγάλα μεν τα δοθέντα, πολύ δε μεγαλύτερα είναι επειδή δόθηκαν από το Χριστό. Γιατί δεν έστειλε κάποιον από τους δούλους προς τους δούλους, αλλά αυτόν τον Μονογενή του Υιό. Δεν είναι θαυμαστό ότι θυσίασε τον Υιό, αλλά θαυμαστός είναι και ο τρόπος της θυσίας, δηλ. η σφαγή του αγαπημένου. Γιατί δεν υπάρχει πιο μεγάλο πράγμα από το να χυθεί το αίμα του Θεού για μας». Πράγματι, αυτό ασυγκρίτως υπερέχει και από την υιοθεσία και από τις άλλες δωρεές: το ότι ο Θεός «δεν λυπήθηκε ούτε τον ίδιο τον Υιό του» (Ρωμ. η΄ 32).
Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι τιμιότερη και μεγαλύτερη της δημιουργίας του κόσμου είναι η σάρκωση του Θεού Λόγου, και ότι η Καινή Διαθήκη, κατά τον μέγα Χρυσόστομο, είναι άλλη δημιουργία, τιμιότερη της προηγούμενης. Από την πρώτη δηλαδή τη δημιουργία του κόσμου, πήραμε τη ζωή, από τη δεύτερη πήραμε το «καλώς ζην». Στην πρώτη δημιουργία ο άνθρωπος πλάσθηκε τελευταίος, μετά από τη δημιουργία των άλλων κτισμάτων. Στην δεύτερη δημιουργία, την ανάπλαση εν Χριστώ, συνέβη το αντίθετο. Ο «καινός» άνθρωπος αναδημιουργείται και ανανεώνεται πριν από την υπόλοιπη κτίση, η οποία περιμένει ακόμη να ελευθερωθεί από τη δουλεία της φθοράς. Η πρώτη δημιουργία έγινε, για τον Αδάμ· η δεύτερη, η αναδημιουργία, για τον άνθρωπο εν τω Χριστώ, ώστε όπως, «στο Χριστό κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα» (Κολ. β’ 9), έτσι και εμείς να γίνουμε πλήρεις εν Αυτώ, «για να γίνουμε ώριμοι και να φθάσουμε στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός» (Εφεσ. δ΄ 13) και «να γεμίσει η ζωή μας με την πλούσια χάρη του Θεού» (Εφεσ. γ΄ 19). Να η «περίσσεια, δηλ. η άφθονη χάρη του Θεού και η δωρεά της λυτρώσεως». (Ρωμ. ε΄ 17)!
Την «περίσσεια» αυτή του πλούτου της Χάριτος ερμηνεύοντας ο I Χρυσόστομος λέει: «Γιατί δεν πήραμε από τη χάρη μονό όσα χρειαζόμαστε για την κατάργηση της αμαρτίας, άλλα και πολύ περισσότερα. Και απαλλαχθήκαμε από την τιμωρία, και αφαιρέσαμε ολόκληρη την κακία, και αναγεννηθήκαμε και αναστηθήκαμε. Ο παλαιός άνθρωπος πέθανε. Απολυτρωθήκαμε. Αγιασθήκαμε. Οδηγηθήκαμε στην υιοθεσία. Δικαιωθήκαμε. Γίναμε αδελφοί, συγκληρονόμοι και σύσσωμοι του Μονογενούς, μετέχουμε στη σάρκα του, και είμαστε ενωμένοι όπως το σώμα με την κεφαλή. Αυτά όλα λοιπόν ονόμασε ο Παύλος «περίσσειαν χάριτος», φανερώνοντας ότι δεν πήραμε μόνο φάρμακο θεραπείας του τραύματος, άλλα και υγεία και ομορφιά και τιμή και δόξα και αξιώματα που υπερβαίνουν πολύ τη φύση μας».
Αλλά η «περίσσεια της Χάριτος» εκτείνεται και πέραν όλων αυτών, γιατί εν τω Χριστώ και διά του Χριστού κατανοείται ο σκοπός όλου του κόσμου συμπερι¬λαμβανομένων και των αγγέλων, αφού και γι’ αυτούς αποκαλύπτεται το εν Χριστώ μυστήριο του Θεού και η πολυποίκιλη σοφία του, με την ανακεφαλαίωση όλων των επιγείων και των επουρανίων στον Χριστό. Στον Χριστό εκπληρώνεται το σχέδιο της θείας Προνοίας για όλο τον κόσμο, η οικονομία της Χάριτος του Θεού για όλη τη δημιουργία του με τη σωτηρία, αγιασμό και θεώση όλων στον Θεάνθρωπο. Πραγματικά, είναι μεγάλη ή σημασία του «μυστηρίου της πίστεως». Έτσι τώρα «με την ύπαρξη της Εκκλησίας φανερώνεται στις αρχές και τις εξουσίες που βρίσκονται στα επουράνια, η πολύπλευρη σοφία του Θεού» (Εφεσ. γ΄ 10), και έγινε μία ποίμνη αγγέλων και ανθρώπων, μία Εκκλησία.
* * *
Εξαιρετικά όμως, λόγω της θείας σαρκώσεως, επειδή εν Χριστώ η ανθρώπινη φύση ήλθε σε υποστατική ένωση με τη θεία φύση, ο άνθρωπος αποκτά προνομιακή θέση μέσα στο σύνολο της δημιουργίας και, επομένως, και ως προς τους αγγέλους. Αυτοί είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελ¬λόμενα» (Εβρ. α’ 14), ενώ ο άνθρωπος, που προσλήφθηκε στην Υπόσταση του Λόγου, στον οποίον λέχθηκε από το Θεό Πατέρα «Συ είσαι Υιός μου», γίνεται Θεός κατά χάρη. «Είναι φανερό ότι δεν έρχεται να βοηθήσει αγγέλους» ο σαρκωθείς Υιός του Θεού, αλλά «τους απογόνους του Αβραάμ» (Εβρ. β’ 16), δηλαδή τους ανθρώπους. Θεάνθρωπος λοιπόν και όχι θεάγγελος έγινε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Το «για λίγο κατώτερο απ’ τους αγγέλους» στοιχείο του ανθρώπου, κατά τον Παύλο (Εβρ. β’ 7), το συμπλήρωσε ο σαρ¬κωθείς Θεός Λόγος και, έτσι, ύψωσε τον άνθρωπο πάνω από τους αγγέλους και αρχαγγέλους, «πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα, πάνω από κάθε τι που ανήκει όχι μόνο στον τωρινό αλλά και στον μελλοντικό κόσμο» (Εφεσ. α’ 21). Έτσι, εν τω Χριστώ, ο άνθρωπος εκάθησε στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού. Να, «το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος» του μυστηρίου του Χριστού.
Ας μου επιτραπεί όμως να αναφέρω και πάλι στίχο του μακαρίου Παύλου, διότι μέσα στο στόμα μου είναι σαν το μέλι τα λόγια του και αισθάνομαι όπως «εκείνος που βρίσκει πολλά λάφυρα»: «Κάθισε ψηλά, στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού. Ο Υιός έγινε τόσο ανώτερος από τους αγγέλους όσο ανώτερο είναι το όνομα που του έδωσε ο Θεός…Σε κανέναν από τους αγγέλους δεν είπε ποτε ο Θεός κάθισε στα δεξιά μου» (Εβρ. α’ 3-4, 13). Το χωρίο αυτό αναφέρεται στην ανθρωπότητα του Χριστού και όχι στην προαιωνία ύπαρξή Του ως Θεού Λόγου, διότι ως Θεός πάντοτε ήταν, είναι και θα είναι «εκ δεξιών» του Πατρός. Αναφέρεται λοιπόν εδώ στην ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε με τη σάρκωσή του. Αυτά όταν λέω και θυμούμαι, σκιρτά η καρδιά μου και λησμονώ τον εαυτό μου. Στρέφομαι και λυπούμαι τους ομοιοπαθείς μου αμαρτωλούς, οι οποίοι λόγω εγωισμού, απείθειας και αφροσύνης αποκλείονται από την τόσο μεγάλη χάρη και δωρεά, που υπερβαίνει κάθε περιγραφή και κατανόηση.
* * *
Αναφερθήκαμε, όσον ήταν δυνατό, στην αγάπη και δωρεά του Κυρίου μας Ι. Χριστού, με οδηγό τους αγίους Πατέρες μας. Ποιός μπορεί όμως να διηγηθεί το βάθος της ταπεινώσεώς του; Το ακατάληπτο βάθος της, ποτέ δεν θα είναι δυνατόν να περιγραφεί, αλλά θα μείνει στους αιώνες μυστήριο. Και την μεν θείαν αγάπην του απέδειξε με την άφατο κενώση και προσφορά του προς θυσία· την υπερβολική όμως ταπείνωσή του απέδειξε με τον τρόπο της κενώσεώς του. Δεν συχάθηκε την φτώχεια και ταπεινότητα της φύσεως μας. Έτσι, «ο αχώρητος παντί χωρείται εν γαστρί» «ο περίπατων επί πτερύγων άνεμων», χωράει σε παρθενικές μητρικές αγκάλες· αυτός που συγκρατεί και φροντίζει τα σύμπαντα τυλίγεται με φτωχά κουρέλια· ο απερίγραπτος στη Θεότητά του Λόγος του Θεού, για τον όποιο γράφτηκε ότι «δεν υπάρχει κτίση αφανής ενώ-πιόν του», χωράει σε ταπεινή φάτνη και, αντί Χερουβείμ και Σεραφείμ, συντροφεύεται από ταπεινά ζώα, τα οποία και τον αναγνώρισαν (ως Θεό), όπως λέει ο προφήτης, σε έλεγχο της δικής μας αχαριστίας. «Αυτός που με την παντοδυναμία του σε μια στιγμή κλονίζει τα σύμπαντα χρειάζεται γάλα και τις φροντίδες όπως όλα τα νήπια. Δεν υπερηφανεύεται όταν προσκυνείται από τους μάγους· δεν αμύνεται όταν απειλείται· φεύγει όταν διώκεται και αναχωρεί ως πρόσφυγας στην Αίγυπτο, «όταν ο Ηρώδης ζητούσε το παιδί για να το σκοτώσει» (Ματθ. β’ 13-14)· « ήλθε στον τόπο τον δικό του, ο λαός όμως δεν τον δέχτηκε» (Ιω. α’ 11) και γεύεται την ανθρώπινη αχαριστία ενώ βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα. Ούτε καν προβάλλει το «εγώ του», αλλά υποτασσόταν στους γονείς του, κατά τα ιερά λόγια (Λουκ. β΄ 51).
Ο παντοκράτορας Θεός Λόγος, που «ό,τι υπάρχει είναι πλασμένο δι’ αυτού κι αυτόν έχει σκοπό του» (Κολ. α΄ 16), συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται, γίνεται φτωχός ενώ είναι πλούσιος, ενώ, ο «άνθρωπος» που είναι «εκ φύσεως και θέσεως πηλός», υπερηφανεύεται και φαντασιοκοπεί. Αλλοίμονο! «Μέτρον πάντων ο άνθρωπος», είναι το σύνθημα της σημερινής φιλοσοφίας και του ορθολογισμού· δηλαδή, όλα μπορεί να τα κάνει ο άνθρωπος, όλα εξαρτώνται από την ανθρώπινη γνώση και ικανότητα! Εμείς όμως, «ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί. Αυτόν που, αντί για τη χαρά που θα μπορούσε να έχει, υπέμεινε το σταυρικό θάνατο, περιφρονώντας την ατίμωση» (Εβρ. ιβ’ 2), ας διδαχθούμε ως άριστη οδό ζωής την ταπείνωση του Χριστού, γιατί «πράος και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29) ονομάστηκε ο Κύριος μας και όχι εξωτερικά, και ας την έχουμε αυτή σαν θεμέλιο ολόκληρου του δικού μας εν Χριστώ «καλού αγώνος» (Α΄ Τιμ, στ’ 12).
* * *
Συνοψίζοντας λέμε ότι, πράγματι, με την ταπείνωση και θυσία του ο σαρκωθείς Θεός Λόγος ένωσε αυτά που πριν ήταν χωρισμένα, μάζεψε τα σκορπισμένα, επέστρεψε όσα ήταν στην πλάνη, «δώρισε στις αγγελικές στρατιές την ατρεψία», σήκωσε όσους ήταν πεσμένοι και ξανάσμιξε τους άνω με τους κάτω και, έτσι, όλοι έγιναν μία Εκκλησία, ένα πολίτευμα, μία Ποίμνη με ένα Ποιμένα, Αυτόν, «τον ονόματι και πράγματι Ιησούν». Διότι το όνομα «Ιησούς» ερμηνεύεται «σωτήρας»• «διότι αυτός θα σώσει τον λαόν του από τις αμαρτίες τους» (Ματθ. α’ 21). Πραγματικά είναι, «μακάριος όποιος τα διαφυλάξει αυτά και κατανοήσει τα ελέη του Κυρίου».
Το ταπεινό σπήλαιο, η φάτνη και τα υπόλοιπα φτωχικά μέσα, που χρησιμοποιήθηκαν από το Θεό Λόγο κατά την ενανθρώπισή του, θα παραμένουν στη μνήμη μας ως αιώνια σύμβολα της ανείπωτης συγκατάβασης του Σωτήρα μας Θεού, η οποία μας οδήγησε προς τα άνω, όπου «υπάρχει το πολίτευμά μας». Έτσι και μείς, αδελφοί μου, «ας τινάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο, και την αμαρτία που εύκολα μας εμπλέκει», ας βαδίσουμε με επιμονή και υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου που έχουμε μπροστά μας, «έχοντας τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη την οποία και τελειοποιεί» (Εβρ. ιβ’ 1-2). Ας είμαστε δε βέβαιοι ότι, αφού «η ζωή μας που είναι κρυμμένη μαζί με το Χριστό στο Θεό, όταν ο Χριστός που είναι η αληθινή ζωή μας φανερωθεί, τότε και εμείς στην παρουσία του, θα φανερωθούμε μαζί του δοξασμένοι» (Κολ. γ’ 3-4).
Σαν επίλογο αναφέρουμε τον αυτούσιο χαιρετισμό διαπρεπούς θεολόγου: «Με τη γέννηση του Λόγου σωματικά γεννήθηκε σ’ αυτόν τον κόσμον όλος ο Θεός, όλη η αλήθεια του Θεού, όλη η δικαιοσύνη του Θεού, όλη η αγάπη του Θεού, όλη η αγαθότητα του Θεού, όλο το έλεος του Θεού. Διά τούτο όλοι οι πεινώντες και διψώντες τον Θεόν και την δικαιοσύνην του μέσα στην πνευματική έξαρση και την άπειρη χαρά τους χαιρετίζουν όλα τα όντα και όλη τη κτίση, με τον χριστουγεννιάτικο χαιρετισμό, «Χριστός εγεννήθη», ενώ από τα χριστονοσταλγικά βάθη των όντων και της κτίσεως αντηχεί συγκινητική η απάντηση, «Αληθώς εγεννήθη»!». Αμήν.
(Γέροντος Ιωσήφ, «Λόγοι Παρακλήσεως»,Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 15, σ. 157-167 – σε νεοελληνική απόδοση-Α.Χ.)

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ



῾Αὐτός ὁ μέγιστος φωστήρας τῆς ᾽Εκκλησίας γεννήθηκε στήν τοποθεσία τῆς Φοινίκης πού καλεῖται Λιβανοστέφανος, στήν πόλη τῆς Δαμασκοῦ, ἀπό εὐσεβεῖς καί σώφρονες γονεῖς, πατέρα μέν τόν Πλινθᾶ, μητέρα δέ τή Μυρώ. Συνδυάζοντας τήν φυσική εὐφυΐα μέ τήν ἐπιμέλειά του ἀπέκτησε τήν δύναμη ὅλων τῶν ἐπιστημῶν. ᾽Ενῶ κατοικοῦσε ἀκόμη στήν Δαμασκό, ἐξασκοῦσε κάθε ἀρετή πού ἀκολουθεῖται στίς ἐρήμους ἀπό τούς ἀσκητές. ῎Επειτα πηγαίνει στήν Μονή τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὅπου ἐκεῖ σχολάζοντας στήν προσευχή καί ἀφιερωμένος στόν Θεό κατοχύρωσε μέ τήν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν τήν καρδιά καί τόν νοῦ του, ὁπότε αἰχμαλώτισε κάθε νόημα στήν ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ. ῎Επειτα ἐπειδή ἐπιθυμοῦσε νά ἀποκτήσει περισσότερη παιδεία καί φιλοσοφία, πηγαίνει στήν ᾽Αλεξάνδρεια, στήν ὁποία βρῆκε ἕναν ἀξιόλογο ἄνδρα γεμάτο ἀπό κάθε σοφία καί σύνεση. ῎Εμεινε μαζί μέ αὐτόν, κάνοντας τήν ἴδια ζωή καί ἔχοντας τήν ἴδια γνώμη, παίρνοντας αὐτά πού εἶχε ἐκεῖνος νά τοῦ δώσει ὡς μαθήματα  καί δίνοντας ὁ ἴδιος σ᾽ αὐτόν τά δικά του. ᾽Εκεῖ εὑρισκόμενος ἔπαθε ἐπίχυση τῶν ὀφθαλμῶν του (καταρράκτη) καί θεραπεύτηκε ἀπό τούς ἁγίους ᾽Αναργύρους Κύρο καί ᾽Ιωάννη, ὁπότε τοῦ ζήτησαν ὡς μισθό γιά τήν θεραπεία  νά καταγράψει τά θαύματα πού καθημερινά τελοῦνταν ἀπό αὐτούς ἐκεῖ, κάτι πού τό ἔκανε.
῎Επειτα λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος ῾Ιεροσολύμων. Κι ὅταν ἡ ῾Αγία Πόλη ῾Ιερουσαλήμ ἁλώθηκε ἀπό τούς ἀλιτήριους Πέρσες, πῆγε στήν ᾽Αλεξάνδρεια πρός τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν ἐλεήμονα, τόν ποιμένα  τοῦ ἀποστολικοῦ ἐκείνου θρόνου. ῞Οταν ὁ ἅγιος αὐτός ἔφυγε μακαρίως ἀπό τήν ζωή αὐτή, ὁ Σωφρόνιος, ἀφοῦ θρήνησε καί ὁ ἴδιος τήν μακαριότητά του, ἔγραψε ἐγκωμιαστικό λόγο γι᾽ αὐτόν ἐπαινώντας τόν ἄπειρο θησαυρό τῆς ἐλεημοσύνης του καί τήν ἐνάρετη ζωή του.
 Ὅταν ἐπέστρεψε πάλι πρός τήν ῾Αγία Πόλη, δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς μέ πόση φροντίδα καί κόπο ποίμανε τήν ᾽Εκκλησία πού τοῦ ἔλαχε. Διότι δέν ἔδωσε καθόλου ὕπνο στούς ὀφθαλμούς του οὔτε νυσταγμό στά βλέφαρά του. Κι ἡ πάλη του δέν ἦταν μόνο κατά τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί κατά τῶν αἱρετικῶν, τούς ὁποίους μέ ἀποδείξεις ἀπό τίς ῞Αγιες Γραφές καί μέ τίς Παραδόσεις ἀπό τούς Πατέρες τούς ἀνέτρεπε καί μέ τίς διδασκαλίες του τούς ἐξαφάνιζε. Καί ἄλλα πολλά ἄξια συγγράμματα λόγου καί μνήμης ἄφησε στήν ᾽Εκκλησία, τά ὁποῖα διδάσκουν τούς πιστούς νά ζοῦν ὀρθά καί νά πολιτεύονται κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μεταξύ τῶν ὁποίων ἕνα εἶναι καί τό ὑπερθαύμαστο διήγημα τῆς ἰσάγγελης ἀνάμεσα στίς γυναῖκες Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἀγωνίστηκε στήν ἔρημο ὑπέρ τήν ἀνθρώπινη φύση. ᾽Αφοῦ ἔζησε λοιπόν ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔτσι καλῶς καί θεοφιλῶς καί δίδαξε καί ἄλλους καί χρημάτισε στόμα Χριστοῦ καί κατηύθυνε τό ποίμνιο πού τοῦ δόθηκε μέ ὅσιο τρόπο, μέσα σέ τρία χρόνια μεταστάθηκε ἐν εἰρήνῃ πρός τόν Θεό᾽.
῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος Θεοφάνης θέλοντας νά δώσει τό στίγμα τοῦ σημερινοῦ μεγάλου ἁγίου Σωφρονίου, ὅτι δηλαδή ἀγωνίστηκε νά τηρήσει ἐπακριβῶς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του, αὐτό πού λέμε ῾μέχρι κεραίας᾽, ὁπότε κατά φυσικό τρόπο δοξάζεται τώρα στούς  οὐρανούς, σημειώνει στόν στίχο τοῦ συναξαρίου του: ῾ἔσπευδε τηρεῖν καί κεραίαν τοῦ νόμου ὁ Σωφρόνιος, οὗ παρ᾽ οὐρανοῖς κέρας᾽ (ὁ Σωφρόνιος ἔτρεχε νά τηρήσει καί τό παραμικρό ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί τό τρόπαιό του εἶναι στούς οὐρανούς). Πράγματι, ἐπανειλημμένως ὁ ὑμνογράφος του τονίζει ὅτι ἡ στροφή του πρός τόν Θεό δέν ἦταν περιστασιακή οὔτε καί μερική, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει πολλές φορές σέ ἐμᾶς τούς χλιαρούς στήν πίστη σημερινούς χριστιανούς, τούς δίψυχους γι᾽ αὐτό καί ἀκατάστατους κατά τόν ἅγιο ᾽Ιάκωβο τόν ἀδελφόθεο, οἱ ὁποῖοι θέλουμε νά τά ἔχουμε καλά μέ τόν Θεό, ἀλλά χωρίς νά ἀφήνουμε καί τήν ἐμπαθή προσκόλλησή μας στά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου· ἡ στροφή του πρός τόν Θεό ἦταν ὁλοκληρωτική, γιατί ὁ Θεός ἦταν ἡ μοναδική του ἀγάπη, ὁπότε μέσα στό φῶς ᾽Εκείνου ζοῦσε τήν θεωρία Του. ῾῾Ολικῶς ἐπόθησας τόν μόνον ἀγαθόν, πυρσωθείς φέγγει νοητῷ, καί πηγήν ἠγάπησας τῆς ἀφθαρσίας, θεωρίαις Πάνσοφε, πρός αὐτήν ἀνατεινόμενος᾽ (ὠδή ε´) (Μέ ὁλοκληρωτικό τρόπο πόθησες τόν μόνο ἀγαθό Θεό, ἀφοῦ φλογίστηκες ἀπό τό νοητό φέγγος, καί ἀγάπησες τήν πηγή τῆς ἀφθαρσίας, πάνσοφε, καθώς βρισκόσουν σέ ἀνάταση πρός αὐτήν). Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν θέλουμε νά νιώσουμε τίς ὀμορφιές πού δίνει ὁ Θεός ἤδη ἀπό τήν ζωή αὐτή, θά πρέπει νά ἀποφασίσουμε ὁριστικά ὅτι ὁ Θεός συνιστᾶ τό κέντρο τῆς ζωῆς μας. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ φυσιολογία μας ὡς ἀνθρώπων ἔγκειται στήν ὁλική ἀγάπη μας πρός τόν Θεό, συνεπῶς καί στήν εἰκόνα Αὐτοῦ τόν ἄνθρωπο, γιατί γι᾽ Αὐτόν δημιουργηθήκαμε καί μόνον μέ Αὐτόν συνεπῶς βρίσκουμε τήν ἰσορροπία τῆς ζωῆς μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό μάλιστα γινόμαστε ὅ,τι μᾶς δόθηκε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά εἴμαστε δηλαδή μέλη Χριστοῦ καί κατοικητήριά Του, κάτι πού τό μᾶς τό ἐπισημαίνει καί πάλι ὁ ἅγιος Θεοφάνης μέ τήν χαριτωμένη γραφίδα του: ῾Ναός ζῶν καί ἔμψυχος, ἐγένου τοῦ Θεοῦ, νεκρωθείς πᾶσι τοῖς ἐν γῇ᾽ (῎Εγινες ζωντανός καί ἔμψυχος ναός τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ νεκρώθηκες ὡς πρός ὅλα τά ἁμαρτωλά τῆς γῆς).
῾Ο ἅγιος Θεοφάνης βεβαίως ὡς ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος δέν μπορεῖ νά μήν ἀξιοποιήσει γιά νά προβάλει τήν ἀρετή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Σωφρονίου τήν εὐκαιρία πού τοῦ δίνει τό ἴδιο τό ὄνομά του. Θεωρεῖ ὅτι ἐκ Θεοῦ ὀνομάστηκε Σωφρόνιος, προκειμένου νά ἐπιβεβαιώσει τή σωφροσύνη μέ τήν ζωή του, νά ὁδηγηθεῖ δι᾽ αὐτῆς καί στίς παρεμφερεῖς ἀρετές, δηλαδή τήν φρόνηση, τήν δικαιοσύνη καί τήν ἀνδρεία (γενικές ἀρετές πού ναί μέν εἶναι δανεισμένες ἀπό τήν Πλατωνική φιλοσοφία, ἀλλά μέ χριστιανικό πιά περιεχόμενο), νά διδάξει δι᾽ αὐτῆς τήν ὀρθή θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας, σέ ἐποχή μάλιστα πού οἱ αἱρετικοί μονοθελῆτες ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου, ἀφοῦ δέν δέχονταν τήν διπλή θέλησή Του, φανερώνοντας συνεπῶς τήν ἔκπτωσή τους στόν καταδικασμένο ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας μονοφυσιτισμό.  Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἀποδείχτηκε σώφρων σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς του καί συνεπῶς ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ὁ λόγος του ἀφενός ἦταν σάν τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ πού παρασύρει τίς διάφορες ἀκαθαρσίες, ἀφετέρου σάν τό μέλι πού καταγλυκαίνει τίς καρδιές τῶν πιστῶν. ῾Πλουσίως ἐξεχύθη ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος τοῦ παναγίου, θεόφρον, ἐν τοῖς χείλεσί σου. ῞Οθεν ὁ φθόγγος τῶν σῶν λόγων τοῦ ποταμοῦ μιμεῖται τά ρεύματα᾽ (ὠδή ς´) (Πλούσια ἐκχύθηκε ἡ χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος, θεόφρον, στά χείλη σου. Γι᾽ αὐτό καί τά λόγια σου εἶναι σάν τά ρεύματα τοῦ ποταμοῦ). Κι ἀλλοῦ: ῾῾Ως φοίνιξ ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου ἐξήνθησας τῇ εὐκαρπίᾳ τῶν λόγων, καθαρῷ τε βίῳ καταγλυκαίνων τάς καρδίας, ἱεράρχα, τῶν πίστει τιμώντων σε᾽ (ὠδή ς´) (Σάν φοίνικας στόν οἶκο τοῦ Κυρίου ἄνθησες μέ τήν εὐκαρπία τῶν λόγων σου, καταγλυκαίνοντας καί μέ τόν καθαρό βίο σου τίς καρδιές αὐτῶν πού σέ τιμοῦν μέ πίστη, ἱεράρχα).
῎Ας ἐπιτραπεῖ νά παραθέσουμε ὁρισμένα δείγματα ἀπό τήν ἀξιοποίηση αὐτή πού κάνει ὁ ὑμνογράφος μας ὡς πρός τό ὄνομα τοῦ ἁγίου. ῾Σωφροσύνης ἐπώνυμος ἐξ ἐνθέου προγνώσεως προκληθείς Σωφρόνιος, σώφρων γέγονας ἐπί τῶν ἔργων καί δίκαιος, ἀνδρεῖος καί φρόνιμος, ἀρεταῖς ταῖς γενικαῖς, γενικῶς στεφανούμενος᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ) (Σύ πού ἔχεις τήν ἐπωνυμία τῆς σωφροσύνης κλήθηκες ἐκ τῶν προτέρων κατά θεία πρόγνωση Σωφρόνιος, καί ἔγινες σώφρων ἔμπρακτα καί δίκαιος, ἀνδρεῖος καί φρόνιμος, στεφανωμένος γενικά ἀπό τίς γενικές αὐτές ἀρετές). Κι ἀλλοῦ (ὠδή α´): ῾Σωφρόνως διέπλευσας τῆς σωφροσύνης τό πέλαγος, ταῖς αὔραις τοῦ Πνεύματος οἰακιζόμενος, καί συνήθροισας πολλήν περιουσίαν, σοφίας χαρίσματι, Πάτερ Σωφρόνιε᾽ (Διέπλευσες μέ σωφροσύνη τό πέλαγος τῆς σωφροσύνης, καθοδηγούμενος ἀπό τίς αὔρες τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί συνάθροισες ἔτσι πολλή περιουσία μέ τό χάρισμα τῆς σοφίας, πάτερ Σωφρόνιε). ᾽Ακόμη (ὠδή δ´): ῾῎Εχων σώφρονας τάς φρένας καί τόν νοῦν σωφρονέστερον, οὐ φυρμόν ἐφρόνεις, Πάτερ, οὐ τροπήν οὐδέ σύγχυσιν, τῶν ἡνωμένων ἀτρέπτως δύο φύσεων, ἐν ἑνί Χριστῷ᾽ (Μέ σώφρονες τίς φρένες καί σωφρονέστερο τόν νοῦ σου, Πάτερ, δέν εἶχες ὡς φρόνημά σου τό ἀνακάτεμα οὔτε τήν ἀλλαγή οὔτε τήν σύγχυση τῶν ἑνωμένων μέ ἄτρεπτο τρόπο δύο φύσεων, στόν ἕναν Χριστό).
Δέν θά θέλαμε μέσα στό πλῆθος τῶν ἀφορμῶν πού παρέχει ἡ ἀκολουθία τοῦ ἁγίου νά μή μνημονεύσουμε μία ὡραία ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Θεοφάνη, πού τοῦ δίνει τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος ὑπῆξε ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἱερῆς πόλης τῶν ῾Ιεροσολύμων. Κατά τόν ὑμνογράφο ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔχοντας πάντοτε ἐνώπιόν του τόν τάφο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνεπῶς εὑρισκόμενος ἐνώπιον μίας διαρκοῦς προκλήσεως πόθου καί ἀγάπης του πρός Αὐτόν καί ἱεροῦ στοχασμοῦ τῆς ἀναστάσεώς Του σημειώνει ὅτι ἀπό τήν θεωρία του αὐτή ἄντλησε τήν θεολογία του καί τήν μετέδωσε ὡς ἔλλαμψη καί στούς πιστούς. Θυμίζει ἡ διαπίστωσή του αὐτή ἐκεῖνο πού σημειώνει ἐπίσης ὁ ἅγιος ὑμνογράφος γιά τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Θεολόγο, ὅτι δηλαδή πηγή τῆς θεολογίας του ὑπῆρξε τό στῆθος τοῦ ᾽Ιησοῦ, ὅταν στόν Μυστικό Δεῖπνο ἀνέπεσε σ᾽ αὐτό. ῾Τήν σεπτήν ἀνάστασιν καί τάφον τῆς ζωῆς, ἀκλινεῖ πόθῳ θεωρῶν, θεωρίας ἤντλησας κρυφιομύστους, καί πιστοῖς μετέδωκας, ἱεράρχα, τῆς ἐλλάμψεως᾽ (ὠδή ε´) ( Θεωρώντας  μέ διαρκή πόθο τήν σεπτή ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τόν τάφο Του πού εἶναι ζωή, ἄντλησες τίς μυστικές καί κρυφές θεωρίες τῆς ἔλλαμψης καί τίς μετέδωσες, ἱεράρχη, στούς πιστούς).
Μαζί μέ τόν ὑμνογράφο κραυγάζουμε καί ἐμεῖς: ἀλήθεια, ῾ἔλαμψεν ἐν κόσμῳ ἡ ἐν σοί σωφροσύνη, Πάτερ᾽.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Διώξτε το ΄΄ κακό μάτι΄΄ με απλές ευχές!

Διώξτε το ΄΄ κακό μάτι΄΄ με απλές ευχές!

Παρακάτω, σας δίνουμε διάφορες ευχές που -κατα τη λαϊκή πεποίθηση- διώχνουν το "κακό μάτι". Το αν "πιάνουν" ή όχι, αποτελεί προσωπική άποψη του καθενός και έχει να κάνει με την πίστη του, την κουλτούρα του και τον τρόπο που έχει μεγαλώσει!Τα "ξεματιάσματα" διαφέρουν από τόπο σε τόπο και μεταδίδονται από τη μία γενιά στην άλλη. Κατά την παράδοση, την ευχή πρέπει να στην μάθει ένας άντρας, αλλιώς δεν έχει "δύναμη"! Ο "ματιασμένος" που δέχεται τις ευχές, δεν πρέπει να πει "ευχαριστώ" γιατί το ξεμάτιασμα δε θα πιάσει!Ξεμάτιασμα με λάδι.
Σε ένα μικρό φλιτζάνι ή πιατάκι, βάζετε δύο δάχτυλα νερό. Σε ένα μπολάκι, ρίχνετε λίγο ελαιόλαδο. Το ξεμάτιασμα ξεκινάει λέγοντας "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος για τον/την (το όνομα του/της ματιασμένου/ης)". Παράλληλα σταυρώνετε τρεις φορές το φλιτζάνι/πιάτο με το νερό.

Στη συνέχεια λένε διάφορες ευχές. Εμείς εδώ σας δίνουμε κάποιες από αυτές. Επιλέγετε να πείτε μόνο μία από αυτές:

Ευχή 1: "Ιησούς Χριστός νικά, κι αν είναι μάτι το σκορπά, η κυρά η Παναγιά".
Ευχή 2: "Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά"
Ευχή 3: "Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, δωρεάν ελάβατε δωρεάν δότε ημίν"
Ευχή 4: "Αγία Ειρήνη, ρήνεψέ το Παναγιά μου Περασιά, πέρασε το".

Την ώρα που το λέτε αυτό, ρίχνετε μία μόνο σταγόνα από το λάδι, μέσα στο νερό. Επαναλαμβάνεται δύο φορές ακόμα την ευχή και ρίχνετε άλλες δύο σταγόνες λάδι.Αν ο άνθρωπος τον οποίο ξεματιάζετε είναι ματιασμένος, τότε βλέπετε τις σταγόνες του λαδιού να διαλύονται μέσα στο νερό και να χάνονται. Αν δεν είναι ματιασμένος, οι σταγόνες του λαδιού δεν διαλύονται.
Στη συνέχεια λέτε"Βασκανία ηπέρασε και τα δέντρα ξερίζωσε Βασκανία πού υπάγεις και τα δέντρα ξεριζώνεις. Πάγω στου(στης) το κεφάλι να της (του) πιω το αίμα. Βασκανία λείψε από το κεφάλι του(της) και πήγαινε στα μονόκερα, δίκερα, τρίκερα, τετράκερα, πεντάκερα, εξάκερα, επτάκερα, οκτάκερα, εννιάκερα, δεκάκερα, εντεκάκερα, δωδεκάκερα, εις το πυρ το εξώτερον το ετοιμασμένο, το μυρισμένο και εις τον Θεό παραδομένο στ’ άγρια βουνά και στ’ άκαρπα δέντρα έξω το κακό, έξω το κακό, έξω το κακό".

Ξεμάτιασμα για μικρά παιδιά

Με ένα κομμάτι βαμβάκι, βουτηγμένο στο λάδι από το καντήλι, "σταυρώνουμε" το μέτωπο του παιδιού που θέλουμε να ξεματιάσουμε. Στη συνέχεια λέμε την ευχή:
Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης,
Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας,
Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα,
Σταυρός πιστών το στήριγμα,
Σταυρός Αγγέλων η δόξα καί των δαιμόνων το τραύμα.
Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω Σταυρώ προσηλωθείς και τη λόγχη κεντηθείς την αθανασίαν επήγασας ημίν Σωτήρ ημών Δόξα Σοι.
Ξεμάτιασμα από την Μικρά Ασία
Στην αρχή, μετράμε από το 1 εως το 9. Συνεχίζουμε με την ευχή:

Μάτια που τον/την ματιάσανε,
τρία είναι καλά να τον γιατρέψουν,πατήρ υιος και άγιο πνεύμα,
και του/της (λέμε το όνομα του ανθρώπου που ξεματιάζουμε) το κακό,
στην γη να σκορπιστεί και την υγειά του να'χει!
Νησιώτικο ξεμάτιασμα

Ξεκινάμε λέγοντας "Στο όνομα του/της..." αυτού/αυτής που ξεματιάζουμε. Ακολουθεί η ευχή:
Σταυρός στον ουρανό,
Σταυρός στη γη
Πηγή:http://www.pyles.tv/